Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρξιστικη-Λενινιστικη Επιθεωρηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρξιστικη-Λενινιστικη Επιθεωρηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Μαΐου 2020

Αναφορά στην ταξική αντίθεση και οριοθέτηση


Του Τάκη Κολοκούρη
Ο καθορισμός των ορίων της εργατικής τάξης, ο ορισμός της σαν τάξης, είναι σημαντικότατο ζήτημα από θεωρητική και πολιτική άποψη για το κόμμα του προλεταριάτου.
Είναι αυτονόητο, πως η γνώση της τάξης, και συνεπώς η γνώση της ταξικής της θέσης, αποτελεί όρο και προϋπόθεση για τη μελέτη των ταξικών αντιθέσεων, για την καθοδήγηση του ταξικού αγώνα ενάντια στην αντίπαλη αστική τάξη. Ακόμη περισσότερο, η ταξική αυτογνωσία επιτρέπει στο επαναστατικό κόμμα να αναγνωρίσει και όλες τις υπαρκτές αντιθέσεις της εργατικής τάξης με τις άλλες τάξεις και στρώματα της κοινωνίας, στον αγώνα για την πλήρη εξάλειψη κάθε ταξικής αντίθεσης, για την αταξική κοινωνία.
Η εργατική τάξη, η ύπαρξη της και ταυτόχρονα η ταξική της αντίθεση με την αστική τάξη, είναι στον καπιταλισμό ένα αντικειμενικό γεγονός, που δεν προσδιορίζεται διόλου από ιδεολογικές παραμέτρους και προϋποθέσεις. Το προλεταριάτο υπάρχει σαν τάξη καθεαυτή, ανεξάρτητα από τις υπάρχουσες ιδεολογικές απόψεις των άλλων κοινωνικών τάξεων, ανεξάρτητα και από την ίδια την δική του ιδεολογική αντίληψη για την κοινωνία. Η εργατική τάξη δεν πρέπει να γίνει τάξη για τον εαυτό της για να υπάρξει, αλλά υπάρχοντας αντικειμενικά στην οικονομική βάση της κοινωνίας, έχει τη δυνατότητα της ταξικής συνείδησης και αυτογνωσίας, που πραγματώνεται μέσω του Κόμματος της. Οι ιδεολογικές προδιαγραφές για την αναγνώριση των τάξεων αντιστρέφουν την πραγματικότητα, αντικαθιστώντας την ταξική και οικονομική ανάλυση με την ανάλυση της συνείδησης της τάξης. Σύμφωνα μ' αυτές τις απόψεις, η τάξη υπάρχει και καθορίζεται κυρίως στο επίπεδο της ταξικής συνείδησης, στο επίπεδο της ιδεολογίας, και πάντως είναι αδιανόητη η όποια ταξική αναφορά που στηρίζεται μόνο στην οικονομική και κοινωνική ανάλυση.
Αφήνοντας κατά μέρος μια λεπτομερή εξέταση του «ιδεολογικού ρεύματος», στο πρόβλημα της ταξικής ανάλυσης, συνοπτικά μπορεί να συμπεράνει κάποιος, πως εδώ έχουμε ασφαλώς την αντιστροφή των ρόλων. Οχι το Είναι, όχι η τάξη, όχι η ταξική αντίθεση, αλλά η συνείδηση καθορίζει το κοινωνικό Είναι, η συνείδηση της τάξης καθορίζει την ύπαρξη της, να το συμπέρασμα και η κατάληξη της «ιδεολογικής», της ιδεαλιστικής διαστρέβλωσης του Μαρξισμού. Και όμως, σ' όλους τους ορισμούς και τις αναφορές, οι κλασσικοί φρόντισαν να αποφύγουν ακριβώς αυτό: την εισαγωγή της συνείδησης και της ιδεολογίας σαν στοιχείων που καθορίζουν την ύπαρξη της ταξικής διαίρεσης, σαν στοιχείων καθορισμού της εργατικής τάξης.
Αναλύοντας εξαντλητικά τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, ο Μαρξ ανέλυσε στο «Κεφάλαιο» και την ταξική διάρθρωση της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, περιέγραψε εξαντλητικά τα χαρακτηριστικά των διάφορων τάξεων και στρωμάτων και τις αμοιβαίες σχέσεις τους. ξεκίνησε δε να κάνει την τελική σύνθεση όλων αυτών των επιμέρους αναλύσεων, σε ένα χωριστό κεφάλαιο για τις τάξεις της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, αλλά δεν πρόλαβε. Το χειρόγραφο του τρίτου τόμου του «Κεφαλαίου», που εξέδωσε ο Ενγκελς μετά το θάνατο του Μαρξ, διακόπτεται ακριβώς σ' αυτό το σημείο και ο Ενγκελς, σεβόμενος απόλυτα μια εργασία που ανήκε αποκλειστικά στον Μαρξ - όπως ο ίδιος δηλώνει στον πρόλογο του τρίτου τόμου -δεν συμπλήρωσε ούτε αυτό το ημιτελές κεφάλαιο. Το άφησε όπως ακριβώς ήταν στα μισοτελειωμένα χειρόγραφα του Μαρξ.
Το γεγονός αυτό έχει δώσει λαβή για μια σειρά παρανοήσεις και διαστρεβλώσεις της μαρξιστικής ανάλυσης, που χρόνια τώρα ταλαιπωρούν το κίνημα. Διάφοροι αναθεωρητές, για παράδειγμα, ξεκινώντας από το γεγονός ότι ο Μαρξ δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σύνθεση του στο κεφάλαιο για τις τάξεις, προχωρούν στο δικό τους «δημιουργικό προχώρημα του μαρξισμού», διαστρεβλώνοντας συνειδητά όλη την ουσία του μαρξιστικού έργου, για να υπηρετήσουν πολιτικές σκοπιμότητες, ορίζοντας τις τάξεις ανάλογα με τα συμφέροντα της πολιτικής κατεύθυνσης που υπηρετούν, άλλοτε διευρύνοντας και άλλοτε συρρικνώνοντας τα όρια της εργατικής τάξης.
Αλλα, ξεκινώντας καλοπροαίρετα στην ανάλυση τους, μελετούν αποσπασματικά το Μαρξ, μπερδεύονται μέσα στα διαδοχικά επίπεδα αφαίρεσης του «Κεφαλαίου», πιάνονται από ζητήματα που δεν έχουν σχέση με τον ορισμό των τάξεων (π.χ. παραγωγή υπεραξίας ή παραγωγική και μη παραγωγική εργασία) και οδηγούνται σε εξίσου αντιεπιστημονικά συμπεράσματα σχετικά με τα όρια της εργατικής τάξης (κατά κανόνα τη συρρικνώνουν).
Κι όμως, η μαρξιστική ανάλυση, όταν κανένας την κατανοήσει και ως προς τη μέθοδο και ως προς την ουσία της, δεν αφήνει αμφιβολίες. Αναλύοντας τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, ο Μαρξ ξεκινά αρχικά μόνο από τη σφαίρα της υλικής παραγωγής, αγνοώντας τη σφαίρα της κυκλοφορίας και τη σφαίρα του εποικοδομήματος. Στον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου» υπάρχουν για τον Μαρξ αρχικά μόνο κεφαλαιοκράτες βιομήχανοι και βιομηχανικοί εργάτες. Αναλύοντας όμως το πέρασμα από την απλή συνεργασία στη* μανουφακτούρα και από κει στη μεγάλη βιομηχανική παραγωγή, αναλύει τη διάσπαση της ενότητας του πρωτύτερα αυτοτελούς εργάτη, τη διάσπαση ανάμεσα στη σωματική και την πνευματική δουλειά, στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, και την ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής αντίθεσης ανάμεσα τους, η οποία σφραγίζει επίσης την ταξική διαίρεση της κοινωνίας. Στην ανάλυση δεν εμφανίζονται μόνο οι κεφαλαιοκράτες και οι εργάτες της βιομηχανίας, αλλά και οι «αξιωματικοί του κεφαλαίου», τα διευθυντικά στελέχη της παραγωγής.
Στον δεύτερο και τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου», ο Μαρξ φεύγει από το επίπεδο της παραγωγής και μελετά την κύκληση του κεφαλαίου, μελετά και τις άλλες μορφές που αυτό εμφανίζεται, μελετά δηλαδή το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο και τις ταξικές σχέσεις στο επίπεδο ολόκληρου του κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Ετσι, εδώ δεν υπάρχουν μόνο οι βιομήχανοι καπιταλιστές, αλλά και οι καπιταλιστές του εμπορίου και της πίστης, καθώς και οι γαιοκτήμονες. Αντίστοιχα, δεν υπάρχουν μόνο οι βιομηχανικοί εργάτες, αλλά και οι εργάτες των άλλων οικονομικών σφαιρών, όπως και οι αντίστοιχοι «αξιωματικοί του κεφαλαίου» σ' αυτές τις σφαίρες. Ετσι, από την ανάλυση των τάξεων στο επίπεδο ολόκληρου του κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, ο Μαρξ είναι έτοιμος να περάσει στη σύνθεση των συμπερασμάτων του για τις τάξεις, που όπως είδαμε δεν πρόλαβε να τελειώσει.
Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο ξεκινά αυτό το κεφάλαιο (μιάμιση σελίδα στον τρίτο τόμο του «Κεφαλαίου»:
«Οι ιδιοκτήτες απλής εργατικής δύναμης, οι ιδιοκτήτες κεφαλαίου και οι ιδιοκτήτες γης, οι αντίστοιχες πηγές εισοδήματος των οποίων είναι ο μισθός εργασίας, το κέρδος και η γαιοπρόσοδος, δηλαδή α μισθωτοί εργάτες, οι κεφαλαιοκράτες κα οι γαιοκτήμονες αποτελούν τις τρεις μεγάλες τάξεις της σύγχρονης κοινωνίας, που βασίζεται στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής».*
Ο Μαρξ θεωρεί τις τρεις βασικές τάξεις της κοινωνίας σαν τάξεις ενιαίες, ανεξάρτητα από τη μορφή που έχει το κεφάλαιο ή η εργασία που μισθώνεται σ' αυτό. Χωρίζει ουσιαστικά εδώ τις τάξεις με το κριτήριο «έχοντες» και «μη έχοντες» σε σχέση με τα μέσα παραγωγής. Αμέσως παρακάτω όμως προειδοποιεί:
«Ωστόσο, κα εδώ (σ.σ. στην Αγγλία) ακόμα, αυτή η ταξική διάρθρωση δεν προβάλλει καθαρά. Ενδιάμεσες και μεταβατικές βαθμίδες συγκαλύπτουν και εδώ (παρ' όλο που στην ύπαιθρο αυτό γίνεται ασύγκριτα λιγότερο από ό,τι στις πόλεις) παντού τα ακριβή όρια ανάμεσα στις τάξεις»*
Και αμέσως μετά φεύγει από το πρώτο επίπεδο αφαίρεσης και αναζητά και τα υπόλοιπα χαρακτηρι­στικά του ταξικού προσδιορισμού:
«Το αμέσως επόμενο ερώτημα* στο οποίο πρέπει να δοθεί απάντηση είναι το εξής: Τι αποτελεί μια τάξη; — αυτό προκύπτει μάλιστα μόνο του από την απάντηση στο άλλο ερώτημα: Τί είναι αυτό που κάνει τους εργάτες, τους κεφαλαιοκράτες, τους γαιοκτήμονες να αποτελούν τις τρεις μεγάλες κοινωνικές τάξεις;
Από πρώτη ματιά φαίνεται να είναι η ταυτότητα των εισοδημάτων και των πηγών του εισοδήματος.
Ωστόσο, από την άποψη αυτή λ.χ. οι γιατροί και οι δημόσια υπάλληλα θα αποτελούσαν επίσης δυο τάξεις, γιατί ανήκουν σε δυο διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, στις οποίες τα εισοδήματα των μελών της καθεμιάς απ' αυτές προέρχονται από την ίδια πηγή. Το ίδιο θα ίσχυε για τον ατέλειωτο κατακερματισμό των συμφερόντων και των θέσεων στις οποίες ο καταμερισμός της κοινωνικής εργασίας διασπά τους εργάτες, τους κεφαλαιοκρατες και τους γαιοκτήμονες — τους τελευταίους λ.χ. σε κατόχους αμπελώνων, αγρών, δασών, ορυχείων, ψαρότοπων κλπ.»*
Εδώ ακριβώς διακόπτεται το χειρόγραφο του Μαρξ. Από τον τρόπο που τοποθετεί το ζήτημα όμως, γίνεται φανερό, ότι τοποθετεί τις τάξεις κατ' αρχήν σε σχέση με τα μέσα παραγωγής, και αρχίζει να διερευνά το ύψος και την πηγή προέλευσης του εισοδήματος, καθώς και τη θέση στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Αρχίζει δηλαδή να συνθέτει, σε ό,τι αφορά τις τάξεις, όλα εκείνα τα στοιχεία που ανέλυσε σε όλη την προηγούμενη εργασία του. Η μέθοδος που ακολουθεί και εδώ ο Μαρξ είναι η γενική μέθοδος του «Κεφαλαίου»: μας μεταφέρει από τα έξω προς τα μέσα, στο φαινόμενο που αναλύει. Αφού λοιπόν έχει τοποθετήσει τις τάξεις σε σχέση με την κατοχή των μέσων παραγωγής, θέτει το ερώτημα κατά πόσο το ύψος και η προέλευση του εισοδήματος (δηλαδή η διανομή) μπορούν να τις καθορίσουν. Και απαντά αρνητικά, θεωρώντας ότι το ύψος και η προέλευση του εισοδήματος δεν αρκούν, αλλά χρειάζεται να μελετηθεί και η θέση τους στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, μ' άλλα λόγια να μελετηθεί η αντίθεση ανάμεσα στη σωματική και την πνευματική δουλειά, η οποία είναι εξίσου σημαντική για τον καθορισμό των τάξεων, όπως ο ίδιος ο Μαρξ απέδειξε αναλύοντας εξαντλητικά αυτή την αντίθεση στον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου».
Την ανάλυση των τάξεων της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, που κάνει ο Μαρξ στα διάφορα τμήματα του «Κεφαλαίου», συμπύκνωσε αργότερα ο Λένιν, δίνοντας έναν ορισμό των τάξεων, που αποτελεί την πληρέστερη συμπύκνωση των απόψεων που αναπτύσσει ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο». Τα πορίσματα μιας πολύπλευρης και εξαντλητικής ανάλυσης συμπυκνώνονται εδώ στον ύψιστο βαθμό.  
1.  Κ. Μαρξ: Το Κεφάλαιο, Τόμος Γ, σελ. 1086.
2. Στο ίδιο.
3.  Στο ίδιο, σελ. 1087.
Εδώ δηλαδή δεν έχουμε κάποιο προχώρημα του Λένιν στη θεωρία, όπως είπαν διάφορα αναθεωρητές, προκειμένου να βγάλουν το Λένιν «αντιμαρξιστή» και να διατυπώσουν το δικό τους «δημιουργικό ορισμό των τάξεων», αλλά απλώς τη συμπυκνωμένη διατύπωση όλων όσων ανέλυσε ο Μαρξ.
«Τάξεις — γράφει ο Λένιν — ονομάζονται μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τη θέση που κατέχουν μέσα σε ένα ιστορικά καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, από τη σχέση τους (στο μεγαλύτερο μέρος κατοχυρωμένη και διατυπωμένη σε νόμους) προς τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας και συνεπώς από τους τρόπους που ιδιοποιούνται τη μερίδα του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν και από το μέγεθος αυτής της μερίδας. Τάξεις είνα οι ομάδες εκείνες ανθρώπων, που η μια μπορεί να ιδιοποιείται τη δουλειά της άλλης χάρη στη διαφορά της θέσης που κατέχει μέσα σ' ένα καθορισμένο σύστημα κοινωνικής οικονομίας».4
Είναι φανερό, πως ο Λένιν αναγνωρίζει και ορίζει τις τάξεις χωρίς καμμιά ιδεολογική βοήθεια, χωρίς καν να ενδιαφερθεί εδώ για την αυτοσυνείδηση των κοινωνικών τάξεων και το εποικοδόμημα. Ο ταξικός προσδιορισμός εξάλλου περιλαμβάνει ένα σύνολο από χαρακτηριστικά γνωρίσματα, που μόνο έτσι, στο σύνολο τους δηλαδή, μπορεί να καθορίσουν την ταξική φυσιογνωμία. Η μελέτη και ανάλυση των Μαρξ και Ενγκελς για τον καπιταλισμό συμπυκνώνεται, όπως είπαμε ήδη, στο λενινιστικό ορισμό, αναδεικνύοντας τα βασικά και καθοριστικά γνωρίσματα των τάξεων της αστικής κοινωνίας. Μόνο η συνολική αυτή αντίληψη, μόνο η διαλεχτική και σύγχρονα υλιστική μέθοδος, μπορεί να μας προφυλάξει από τη μονομέρεια, μπορεί να μας επιτρέψει να διεισδύσουμε στην ουσία τέτιων φαινομένων, όπως η ταξική διαίρεση και η ταξική αντίθεση.
Το πρώτο ταξικό γνώρισμα, στον ορισμό του Λένιν, είναι η γενίκευση όλων όσων ακολουθούν, αφού από την αρχή κιόλας εισάγει την άποψη της ταξικής διαίρεσης και αντίθεσης σε κάθε «ιστορικά καθορισμένο σύστημα κοινωνικής παραγωγής», υπογραμμίζοντας ξανά τη γνωστή θέση του Μαρξ, πως όλη η ιστορική πορεία της ανθρώπινης κοινωνίας είναι ουσιαστικά η ιστορία των ταξικών αντιθέσεων.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό της ταξικής διαίρεσης, και ασφαλώς εκείνο που καθορίζει σύμφωνα με το Μαρξισμό την αντίθεση των κοινωνικών τάξεων, είναι η σχέση τους προς τα μέσα παραγωγής, η κατοχή τους ή όχι.
Το τρίτο γνώρισμα της ταξικής διαίρεσης είναι ο ρόλος των τάξεων στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας. Ο ρόλος αυτός δεν καθορίζεται μόνο από τη σχέση των τάξεων προς τα μέσα παραγωγής, αλλά έχει να κάνει με τη συμμετοχή στη διεύθυνση της εργασιακής διαδικασίας ή στην απλή εκτελεστική λειτουργία, με την εποπτεία της εργασίας ή με τον περιορισμό στην εκτέλεση εντολών και αποφάσεων. Το χαρακτηριστικό του λενινιστικού ορισμού όμως αναφέρεται και στις προϋποθέσεις της εκπλήρωσης του ρόλου στην εργασιακή διαδικασία, στην αντίθεση δηλαδή ανάμεσα στην πνευματική και στη σωματική εργασία, σαν μια αντίθεση άρρηκτα συνυφασμένη με την ταξική αντίθεση, που απορρέει από τη σχέση προς τα μέσα παραγωγής.
Τέλος, το μέγεθος του κοινωνικού πλούτου και ο τρόπος που τον ιδιοποιούνται, αναφέρεται στη μισθωτή εργασία, από τη μια, και στην αποκόμιση υπεραξίας, από την άλλη, τρόπους ιδιοποίησης που αφορούν τις κύριες αντίπαλες τάξεις, το προλεταριάτο και την αστική τάξη. Ασφαλώς, το τελευταίο αυτό σημείο αφορά και άλλες κοινωνικές τάξεις, που όμως δεν καθορίζονται μόνο από τον τρόπο που ιδιοποιούνται και από το μέγεθος της κοινωνικής μερίδας.
Η αντίθεση πνευματικής και σωματικής εργασίας
Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στη σωματική και την πνευματική εργασία αποτελεί ένα σημαντικό κριτήριο της ταξικής οριοθέτησης και κατάταξης, αφού αποτελεί ουσιώδες γνώρισμα - περιεχόμενο της ίδιας της ταξικής αντίθεσης. Η αντίθεση αυτή δεν ταυτίζεται ασφαλώς με την ταξική αντίθεση, μα ξεπηδάει απ' αυτήν, ολοκληρώνοντας την και προσδιορίζοντας με τη σειρά της την ταξική φυσιογνωμία των αντίπαλων κοινωνικών τάξεων.
Η αντίθεση ανάμεσα στη σωματική και πνευματική εργασία ανάγεται ασφαλώς στην αντίθεση ανάμεσα στην απλή και τη σύνθετη εργασία. Είναι όμως ταυτόχρονα μια αντίθεση που οξύνεται συνεχώς, στην πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης, διευρύνοντας έτσι το φάσμα της, αποτελώντας καθοριστικό και ουσιώδες γνώρισμα της ταξικής αντίθεσης. Ακριβώς γι' αυτό, η απονέκρωση των μη ανταγωνιστικών αντιθέσεων της κοινωνίας στο σοσιαλισμό δεν μπορεί να υπάρξει, χωρίς πριν απ' όλα την απονέκρωση αυτής της σημαντικής αντίθεσης. Και είναι ασφαλώς κριτήριο της πορείας προς την αταξική κοινωνία η γεφύρωση αυτής της αντίθεσης ή, καλύτερα, η πορεία της λύσης της, που γίνεται μέσω της ταξικής πάλης, όπως εξαντλητικά αναλύεται στο σχέδιο προγράμματος.
Η αντίθεση αυτή είναι κυρίαρχο χαρακτηριστικό της μαρξιστικής ανάλυσης και των απόψεων των κλασσικών στη μελέτη των καπιταλιστικών αντιθέσεων. Περιγράφοντας την αλλοτρίωση του προλεταριάτου και τη μονόπλευρη ανάπτυξη του, ο Μαρξ σημείωνε:
«Η καθαυτό μανουφακτουρα δεν καθυποτάσσει μόνο τον πρωτύτερα αυτοτελή εργάτη στο πρόσταγμα και την πειθαρχία του κεφαλαίου, μα δημιουργεί επιπλέον και μια ιεραρχική κλιμάκωση των ίδιων των εργατών. Ενώ η απλή συνεργασία αφήνει γενικά αναλλοίωτο τον τρόπο εργασίας των ξεχωριστών ατόμων, η μανουφακτουρα επαναστατικοποιεί αυτόν τον τρόπο από τη βάση της και χτυπά στη ρίζα της την ατομική εργατική δύναμη. Σακατεύει τον εργάτη και τον μετατρέπει σε εξάμβλωμα, καλλιεργώντας σαν μέσα σ' ένα θερμοκήπιο τη μικρότερη επιδεξιότητα του και πνίγοντας ένα ολόκληρο κόσμο από παραγωγικές κλίσεις και χαρίσματα, ακριβώς όπως στις πολιτείες του Λα Πλάτα σφάζουν ένα ολόκληρο ζώο μόνο και μόνο για να πάρουν το τομάρι ή το λίπος του» 4. Β.Ι. Λένιν: Η μεγάλη πρωτοβουλία, Απαντα, Τόμος 39, σελ 15.
 Η προηγούμενη ενότητα του ατομικού εργαζόμενου διασπάται λοιπόν με την εμφάνιση της καπιταλιστικής παραγωγής, διασπάται η ενότητα της πνευματικής και σωματικής εργασίας, αφού η μεν πρώτη αποσπάται από την παραγωγή σαν το ιδιαίτερο προτσές της γνώσης, η δε δεύτερη αποτελεί απλώς το συμπλήρωμα της μηχανής. Είναι αυτονόητο, πως αναφερόμαστε στην αντίθεση σωματικής-πνευματικής εργασίας, όπως αυτή αναπτύχθηκε στα πλαίσια της εμφάνισης και ανάπτυξης του καπιταλισμού. Η ιδιαιτερότητα της μορφής αυτής έχει να κάνει με τον ίδιο τον καπιταλιστικό καταμερισμό και τη διάσπαση της ενότητας της εργασίας, που υπήρχε στην απλή συνεργασία και στην απλή εμπορευματική παραγωγή. Μ' αυτή την έννοια, η αντίθεση σωματικής-πνευματικής εργασίας έχει την αφετηρία της στην εμφάνιση του καπιταλισμού. Σαν αντίθεση βέβαια γενικά ανάμεσα σε πνευματικά και σωματικά εργαζόμενους έχει την αφετηρία της πολύ παλιότερα, στην εμφάνιση μόλις της ταξικής αντίθεσης και της ταξικής κοινωνίας, φαινόμενο που έχουν αναλύσει ο Μαρξ και ο Ενγκελς στη «Γερμανική Ιδεολογία» και ο Ενγκελς στο «Αντί - Ντύρινγκ».
Το προτσές αυτό, της δημιουργίας και της όξυν­σης της αντίθεσης ανάμεσα στη σωματική και την πνευματική εργασία, δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από το προτσές της γνώσης και της διαμόρφωσης των αστικών σχέσεων παραγωγής. Και πάλι ο Μαρξ περιγράφει με σαφήνεια την εξέλιξη της βα­σικής αυτής καπιταλιστικής αντίθεσης:
«Οι πνευματικές δυνάμεις της παραγωγής αναπτύσσονται προς μια πλευρά, γιατί εξαφανίζονται από πολλές άλλες πλευρές. Αυτό που χάνουν οι μερικοί εργάτες συγκεντρώνεται ακτίκρυ τους, στο κεφάλαιο. Είναι προϊόν του μανουφακτουρικού καταμερισμού της εργασίας. Το γεγονός ότι α πνευματικές δυνάμεις του υλικού προτσές παραγωγής αντιπαραθέτονται σ' αυτούς σαν ξένη ιδιοχτησία και σαν δύναμη που τους εξουσιάζει είναι προϊόν του μανουφακτουρικού καταμερισμού της εργασίας. Το προτσές αυτό του χωρισμού αρχίζει στην απλή συνεργασία, όπου απέναντι στους ξεχωριστούς εργάτες ο κεφαλαιοκράτης αντιπροσωπεύει την ενότητα και τη θέληση του κοινωνικού σώματος εργασίας. Αναπτύσσεται παραπέρα στη μανουφακτούρα που σακατεύει τον εργάτη και τον μετατρέπει σε μερικό εργάτη. Ολοκληρώνεται στη μεγάλη βιομηχανία που την επιστήμη την χωρίζει σαν αυτοτελή παραγωγική δύναμη από την εργασία και την βάζει με το στανιό στην υπηρεσία του κεφαλαίου»!*
Είναι επίσης χαρακτηριστικό της αποξένωσης του εργάτη από την πνευματική εργασία και της αντίθεσης που αναπτύσσται, το γεγονός ότι το εργασιακό προτσές, βασισμένο στη γνώση αυτή και στις τεχνολογικές εφαρμογές της, διευθύνεται και εποπτεύεται από τους κατόχους αυτής της γνώσης. «Η θέληση και η νόηση» της εργασίας ανήκει πλέον στην αντίπαλη τάξη και στους ανθρώπους της, ενώ το προλεταριάτο παρουσιάζεται εδώ σαν ένα εκτελεστικό όργανο, αποδέκτης εντολών και αντικείμενο εκμετάλλευσης. Ακριβώς όπως το περιγράφει ο Μαρξ :
«Στο συνδυασμό τους η εργασία αυτή εμφανιζεται να υπηρετεί μια ξένη βούληση και νόηση και να καθοδηγείται απ' αυτές — έχοντας την ψυχική της ενότητα έξω από τον εαυτό της — όπως ακριβώς και στην υλική της ενότητα εμφανίζεται υποταγμένη στην αντικειμενική ενότητα των μηχανημάτων, του πάγιου κεφαλαίου, που σαν έμψυχο τέρας αντίκειμενοποιεί την επιστημονική σκέψη και αποτελεί στην πράξη τον συνεκτικό δεσμό, καθόλου δεν σχετίζεται σαν εργαλείο προς τον ξεχωριστό εργάτη, αλλά αντίθετα ο τελευταίος υπάρχει σαν έμψυχο μεμονωμένο στίγμα, ζωντανό απομονωμένο εξάρτημα του»7
Ο ρόλος στην κοινωνική οργάνωση εργασίας, για τον οποίο μίλησε ο Λένιν, έχει άμεση σχέση μ' αυτή την αντίθεση, αφού η εποπτεία και η διεύθυνση, σ' όλα τα επίπεδα του κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, εκτελούνται από εκείνους που έχουν «τη νόηση και τη βούληση», σύμφωνα με το Μαρξ. Είναι φανερό, πως η δυνατότητα αυτή πηγάζει από το βασικό όρο της καπιταλιστικής οργάνωσης του εργασιακού προτσές, από την αλλοτρίωση δηλαδή του εργάτη από τα μέσα παραγωγής, από τη μετατροπή του σε εξάρτημα και αντικείμενο του εργασιακού προτσές.
Οι πνευματικές δυνάμεις, που χάθηκαν οριστικά από τον μεμονωμένο εργαζόμενο, πέρασαν στην αντίπαλη και συγχρόνως άρχουσα τάξη, σαν αποκλειστικό προνόμιο και δυνατότητα. Η αστική τάξη, σαν τάξη που κατέχει τα μέσα παραγωγής, επιβάλλει τη θέληση της, ενώ σαν τάξη που κατέχει την επιστημονική γνώση, εποπτεύει με τους ανθρώπους της την εργασιακή διαδικασία. Η εποπτεία και η διεύθυνση του εργασιακού προτσές είναι οι λειτουργίες όπου υλοποιείται θα λέγαμε η αντίθεση, όπου γίνεται φανερή.
Συνεπώς, οι άνθρωποι που εποπτεύουν και διευ­θύνουν το εργασιακό προτσές είναι «το έμψυχο σώμα» αυτής της αντίθεσης, σε αντίθεση βέβαια με τον αντίποδα, το προλεταριάτο. Η αντίθεση τους με την εργατική τάξη δεν είναι μια αντίθεση απλού καταμερισμού, αλλά ανάγεται απευθείας στην ταξική αντίθεση, στον ταξικό ανταγωνισμό. Χωρίς την πρόθεση να επεκταθούμε εδώ στη μελέτη μιας τέτιας αντίθεσης, αξίζει να υπογραμμίσουμε, πως μιλούμε φυσικά για την αντίθεση πνευματικής και σωματικής εργασίας, που πηγάζει από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και οξύνεται στην πορεία της ολοκλήρωσης του. Η αντίθεση στην οποία αναφερόμαστε, στην ευρύτερη θεώρηση της, ασφαλώς έχει να κάνει και με την πολιτισμική συμπεριφορά, με την κοινωνική καταξίωση και με τους αστικούς όρους της κ.λπ.
Οι αστικές αντιλήψεις για την γνώση και την επιστήμη, η αστική αντίληψη για το ρόλο της σωματικής εργασίας, για το ρόλο τελικά του προλεταριάτου, ανάγονται και περιλαμβάνονται στο τρόπο με τον οποίο η άρχουσα τάξη αντιμετωπίζει αυτή την αντίθεση. Θα μπορούσαμε για παράδειγμα να αναφερθούμε στη νομική αντανάκλαση αυτής της αντίθεσης, όπως εμφανίζεται στην ελληνική εργατική  νομοθεσία.
5. Κ. Μαρξ: Το Κεφάλαιο, Τόμος Α, σελ. 374.
6. Κ. Μαρξ: Το Κεφάλαιο, Τόμος Α, σελ. 375.
7.  Κ. Μαρξ:  Τόμος Β, σελ. 357, ελλην. έκδοση «Στοχαστής».
 Ο γνωστός νόμος 2112/1920, που χωρίζει τους μισθωτούς σε υπάλληλους και εργατοτεχνίτες, ψηφίστηκε σε μια εποχή ιδιαίτερης καθυστέρησης του ελληνκοϋ καπιταλισμού, όπου τα πράγματα ήταν λίγο πολύ απλά, όπου δεν υπήρχαν πολλές ενδιάμεσες βαθμίδες κι έτσι απλά καθόρισε, ότι υπάλληλος θεωρείται όποιος παρέχει εργασία «αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν». Με την ανάπτυξη του καπιταλισμού όμως, με τον πολλαπλασιασμό των εργατικών στρωμάτων που κάνουν «μη σωματική» εργασία, αλλά που αποτελούν απλά εκτελεστικά όργανα, δηλαδή είναι εργάτες, χρειάστηκε ο νόμος αυτός να τροποποιηθεί και χρειάστηκε να βγουν πάμπολλες δικαστικές αποφάσεις, που ορίζουν την πνευματική εργασία όχι απλά ως «μη σωματική», αλλά ως εργασία «για την οποία απαιτείται εξιδιασμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση, ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης». Το ίδιο το νομικό εποικοδόμημα δηλαδή, μολονότι πάντα καθυστερεί σε σχέση με την οικονομική βάση, σπεύδει βαθμιαία να προσαρμόζεται προς την πραγματική μορφή με την οποία εμφανίζεται η αντίθεση ανάμεσα στη σωματική και την πνευματική δουλειά, ακόμη και σ' αυτό το πλέον στοιχειώδες επίπεδο. Είναι βέβαια άλλο πράγμα το γεγονός ότι το πνεύμα αυτού του νομικού εποικοδομήματος σε αρκετές περιπτώσεις έχει παραβιαστεί, με την ένταξη στην κατηγορία του «υπαλλήλου» και χειρωνακτικά εργαζόμενων. Εδώ μας ενδιαφέρει το ίδιο το πνεύμα, η ίδια η αντίληψη της αστικής τάξης, που μας αποκαλύπτει την αντίθεση σωματικής και πνευματικής εργασίας.
Θα μπορούσαμε να αναλύσουμε ακόμη περισσότερο αυτό το ζήτημα, επειδή όμως εδω μας ενδιαφέρει μόνο ο τομέας της καπιταλιστικής παραγωγής και κυκλοφορίας καθώς και του εποικοδομήματος, σε σχέση με την ταξική αντίθεση και την ταξική οριοθέτηση, περιοριζόμαστε στην αντίθεση όπως αυτή εμφανίζεται στο εργασιακό προτσές, αφήνοντας κατά μέρος την «ιδεολογική του αντανάκλαση». Η αντίθεση πνευματικής - σωματικής εργασίας δεν μπορεί να κατανοηθεί και να αναλυθεί σαν αντίθεση ανάμεσα στα χέρια και το μυαλό. Ούτε βέβαια οι χυδαίες αστικές απόψεις για το «πνεύμα» και το «χέρι» μπορούν να πλησιάσουν έστω το πρόβλημα. Για τον Μαρξ, η ίδια η εργατική δύναμη ορίζεται σαν το σύνολο των μυϊκών και πνευματικών δεξιοτήτων του εργάτη. Ούτε το ανώτερο μορφωτικό επίπεδο της σημερινής εργατικής τάξης, σε σχέση με τις παλιότερες γενιές των εργατών, αποτελεί απόδειξη για άρση της αντίθεσης ανάμεσα στη σωματική και την πνευματική δουλειά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως η πρόοδος της γνώσης και της επιστήμης έχει την αφετηρία της ακριβώς στην παραγωγική διαδικασία, αφού οι ανάγκες της τελευταίας αποτελούν πάντα την κινητήρια δύναμη της επιστήμης.
Η αποξένωση όμως του εργάτη απ" αυτή τη γνώση, η αποξένωση του από τη συνθετική και αφαιρετική λειτουργία στα πλαίσια της επιστημονικής έρευνας, η μετατροπή του σε εκτελεστικό όργανο και συμπλήρωμα της μηχανής, γίνεται δυνατή μόνο στα πλαίσια του αστικού τρόπου παραγωγής και αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό αυτού του τρόπου παραγωγής, ανεξάρτητα από το αν ανεβαίνει το μορφωτικό επίπεδο των εργατών. Ο εργάτης όλο και περισσότερο μετατρέπεται σε μερικό εργαλείο ανεξάρτητα από το αν στην εργασία του αλλάζει ο συσχετισμός ανάμεσα στις μυϊκές και πνευματικές δυνάμεις που χρησιμοποιεί. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, αυτό εμφανίζεται με εντελώς στρεβλό τρόπο. Για παράδειγμα, ο χειριστής ενός αυτόματου τόρνου, που καθοδηγείται από ηλεκτρονικό υπολογιστή, μολονότι καταβάλλει μικρότερη μυϊκή προσπάθεια, είναι εντούτοις πολύ πιο μερικό εργαλείο από τον ειδικευμένο χειριστή ενός τόρνου παραδοσιακού τύπου, ο οποίος κατανάλωνε μεν μεγαλύτερη ποσότητα μυϊκών δυνάμεων, αλλά ταυτόχρονα χρησιμοποιούσε και ένα σύνολο πνευματικών δεξιοτήτων, πόυ καθόλου δεν χρειάζονται στον χειριστή του νέου μηχανήματος.
Επομένως, η αποξένωση αυτή από την πνευματική εργασία και τη γνώση και ο ανταγωνισμός με τους «ειδικούς» της επιστήμης, που διευθύνουν και εποπτεύουν, δεν σημαίνει πως η σωματική εργασία είναι απαλλαγμένη και «καθαρή» από κάθε προτσές σκέψης και γνώσης
Ο ανταγωνισμός της πνευματικής και της σωματικής εργασίας, ο ανταγωνισμός του προλεταριάτου και των εργαζόμενων με τους ειδικούς και τους επόπτες της παραγωγικής διαδικασίας, πραγματοποιείται στα πλαίσια του ταξικού ανταγωνισμού, αποτελώντας οργανικό και αναπόσπαστο τμήμα του.
Συμπέρασμα
Είναι λοιπόν φανερό, πως η ταξική οριοθέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των λενινιστικών γνωρισμάτων, χωρίς να απομονώνει ή να παραλείπει κάποιο. Η σχέση με τα μέσα παραγωγής είναι ασφαλώς το βασικό και καθοριστικό γνώρισμα, αλλά δεν αρκεί για να οριστούν σωστά τα όρια του προλεταριάτου. Ο ρόλος κάθε τάξης ή στρώματος στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας, η αντίθεση δηλαδή ανάμεσα στη σωματική και την πνευματική εργασία, καθώς επίσης και το μέγεθος της μερίδας του κοινωνικού πλούτου που ιδιοποιούνται, είναι επίσης ουσιαστικά και καθοριστικά κριτήρια, που οριοθετούν το προλεταριάτο απέναντι στα μικροαστικά στρώματα (και τα μισθωτά). Επίσης, η αντίθεση ανάμεσα στη σωματική και την πνευματική εργασία, σε συνδυασμό με το ύψος του μισθού, διαχωρίζει αποφασιστικά την εργατική τάξη από τους «αξιωματικούς του κεφαλαίου», που εποπτεύουν και διευθύνουν την παραγωγική διαδικασία.
H εκλεκτική αναφορά στον Μαρξ και η διαστρέβλωση του καταλήγουν στην κατάργηση των ορίων αυτών, στην ένταξη των μισθωτών μικροαστικών στρωμάτων στους κόλπους του προλεταριάτου, στην «προλεταριοποίηση της πνευματικής εργασίας», στο συμπέρασμα τελικά της άμβλυνσης του ανταγωνισμού της με τη σωματική εργασία.
Συμπυκνώνοντας λοιπόν αυτή τη σύντομη αναφορά στην ταξική αντίθεση και οριοθέτηση, καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι ο ορισμός της εργατικής τάξης, όπως αναφέρεται στο σχέδιο προγράμματος, που εκπόνησε η ΚΕ της ΣΑΚΕ και με βάση τον οποίο έγινε ο υπολογισμός των ορίων της εργατικής τάξης στην Ελλάδα, ανταποκρίνεται πλέρια στη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία.
«Στην εργατική τάξη - αναφέρει το σχέδιο προγράμματος - περιλαμβάνονται οι μισθωτοί όλων των κλάδων της κοινωνικής παραγωγής κα της κυκλοφορίας (δηλαδή σε όλο το εύρος της κύκλησης του κεφαλαίου), καθώς κω οι μισθωτοί των μη παραγωγικών για το κεφάλαιο κλάδων (κρατικός τομέας υπηρεσιών), οι οποία δεν κατέχουν μέσα πα­ραγωγής, ασκούν αποκλειστικά εκτελεστική εργασία και ανταλλάσσουν την εργατική τους δύναμη με μέσα συντήρησης».
Σύγχιση σχετικά με την παραγωγή υπεραξίας και τα όρια της εργατικής τάξης
Μια από τις πλέον διαδεδομένες συγχίσεις στο ζήτημα του καθορισμού των ορίων της εργατικής τάξης, είναι αυτή που περιορίζει την εργατική τάξη μόνο στη σφαίρα της παραγωγής, εκεί όπου παράγεται υπεραξία, αφήνοντας έξω από τα όρια της τάξης τους εργάτες της σφαίρας της κυκλοφορίας και του εποικοδομήματος.
Αναλύοντας τις μεταμορφώσεις του κεφαλαίου, ο Μαρξ προσδιόρισε και ανέλυσε τις διαδοχικές μορφές που αυτό παρουσιάζει στη διαδικασία της κύκλησής του. Καθοριστική μορφή, «πρωταρχική αιτία» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, «τόπος» όπου αναπτύσσεται ο κορμός και η μάζα της εργατικής τάξης είναι το βιομηχανικό κεφάλα­ο. Αξίζει να παραθέσουμε ένα απόσπασμα από τη μαρξιστική ανάλυση:
«Το βιομηχανικό κεφάλαιο είναι ο μοναδικός τρόπος ύπαρξης του κεφαλαίου όπου λειτουργία του κεφαλαίου δεν είναι μόνο η ιδιοποίηση υπεραξίας, ή υπερπροϊόντος, αλλά ταυτόχρονα και η δημιουργία τους. Γι' αυτό το λόγο το βιομηχανικό κεφάλαιο καθορίζει τον κεφαλαοκρατικό χαρακτήρα της παραγωγής- η ύπαρξη του περιλαμβάνει την ύπαρξη της ταξικής αντίθεσης κεφαλαιοκρατων και μισθωτών εργατών».*
Είναι φανερό, πως ο κορμός και η βάση της ύπαρξης του προλεταριάτου είναι η σφαίρα δράσης του βιομηχανικού κεφαλαίου. Η οριοθέτηση του και η αναγνώριση του αρχίζει ακριβώς από την ύπαρξη και την ανάπτυξη του βιομηχανικού κεφαλαίου. Η κύκληση όμως του κεφαλαίου περιλαμβάνει και τις μεταμορφώσεις του, από την παραγωγική του μορφή  σ' εκείνες του χρηματικού και του εμπορευματικού κεφαλαίου. Η ύπαρξη της ταξικής αντίθεσης και η δημιουργία της εργατικής τάξης αναφέρεται σε όλες τις μεταμορφώσεις του βιομηχανικού κεφαλαίου, από το παραγωγικό στο κυκλοφοριακό στάδιο. Δεν πρέπει να ξεχνούμε πως, σύμφωνα με τον Μαρξ, η ταξική αντίθεση στα πλαίσια του βιομηχανικού κεφαλαίου αναλύεται στις επιμέρους αντιθέσεις, όπως αυτές εμφανίζονται στα πλαίσια του παραγωγικού, του χρηματικού και του εμπορευματικού κεφαλαίου.
Οσοι αδυνατούν να κατανοήσουν τα διαδοχικά επίπεδα αφαίρεσης του «Κεφαλαίου» και μένουν μόνο στην ανάλυση του πρώτου τόμου, όπου η κύκληση του κεφαλαίου δεν αναλύεται από τον Μαρξ, ας προσέξουν την τοποθέτηση των τάξεων που κάνει ο Μαρξ στο ημιτελές χειρόγραφο του, που δεν αφήνει καμιά αμφιβολία. Η εργατική τάξη ορίζεται κατ' αρχήν σαν τάξη που είναι ιδιοκτήτης απλής εργατικής δύναμης, με πηγή εισοδήματος το μισθό εργασίας, δηλαδή σαν το σύνολο των μιθωτών εργατών, ανεξάρτητα από από τη φάση της κύκλησης του κεφαλαίου στην οποία μισθώνει την εργατική της δύναμη, ανεξάρτητα δηλαδή από το αν παράγει υπεραξία ή αν απλώς με την υπερεργασία της βοηθά το κεφάλαιο να αυτοαξιοποιείται, αποκομίζοντας υπεραξία που έχει παραχθεί στην παραγωγική φάση. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και η μελέτη του λενινιστικού ορισμού. Και σε τελευταία ανάλυση, αν δεν δεχόμασταν αυτό το συμπέρασμα, θα οδηγούμασταν στον παραλογισμό να αποκλείσουμε από την εργατική τάξη τεράσια τμήματα της, που είναι οι εργάτες στις σφαίρες της κυκλοφορίας και του επικοδομήματος, θα βαφτίζαμε μικροαστούς ένα μεγάλο τμήμα των εργατών.
Επαναλαμβάνουμε λοιπόν το μαρξιστικό συμπέρασμα για την έκταση και τα όρια της ταξικής αντίθεσης. Η ταξική αντίθεση, η αντίθεση κεφαλαίου -εργασίας, ανεξάρτητα από τη μορφή της τελευταίας (αν δηλαδή είναι εργασία βιομηχανικού εργάτη ή εργάτη του εμπορίου κλπ.), δεν περιορίζεται μόνο στο παραγωγικό στάδιο της ύπαρξης του κεφαλαίου, αλλά περιλαμβάνει όλη την κύκληση, από το παραγωγικό στο εμπορευματικό και στο χρηματικό κεφάλαιο. Τόσο ο Μαρξ όσο και ο Λένιν «αδιαφορούν» για τη μορφή της ταξικής αντίθεσης και στέκονται στα ουσιώδη χαρακτηριστικά της ύπαρξης της. Μια συνολική αντίληψη της μαρξιστικής ανάλυσης δείχνει, πως για τον Μαρξ η ύπαρξη και οριοθέτηση του προλεταριάτου δεν προσδιορίζεται από τη μορφή του κεφαλαίου και συνεπώς από τη συγκεκριμένη μορφή της εκτελούμενης εργασίας. Και ο λενινιστικός ορισμός των τάξεων δεν στέκεται στις μορφές της ύπαρξης του κεφαλαίου, μα στα καθοριστικά γνωρίσματα που οριοθετούν και αντιπαραθέτουν τις τάξεις, τόσο στην παραγωγή όσο και στην κυκλοφορία. Η εργατική τάξη υπάρχει και πρέπει να αναγνωρισθεί σε όλα τα στάδια της κύκλησης του κεφαλαίου, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τα καθοριστικά γνωρίσματα που περιέγραψε ο Λένιν, στο σύνολο τους και όχι αποσπασματικά.
Συγχίσεις και διαστρεβλώσεις σχετικά με την παραγωγική και τη μη παραγωγική εργασία
Ασφαλώς, μια εκτενής ανάλυση του θέματος της παραγωγικής και της μη παραγωγικής εργασίας είναι έξω από τους στόχους αυτής της παρουσίασης. Αξίζει όμως μα συνοπτική αναφορά στο θέμα, αν ληφθεί υπόψη, πως ο Μαρξ έγινε πρόσχημα για κάθε αστική αντίληψη, που επικράτησε χρόνια τώρα, σχετικά με τον καθορισμό και τα όρια της εργατικής τάξης. Η ιδεαλιστική και αντιδιαλεχτική αυτή στάση αφορά τόσο τη διεύρυνση του προλεταριάτου, για την οποία μίλησαν οι αναθεωρητές, εντάσσοντας στην εργατική τάξη όλους εκείνους που υπάγονται στην κατηγορία των «παραγωγικών εργατών», όσο και τη μικροαστική περιχαράκωση της «αριστερής» αντιπολίτευσης, που από τη μια συγχέοντας την παραγωγική εργασία με την παραγωγή υπεραξίας και από την άλλη στενεύοντας τα όρια της εργατικής τάξης μόνο στην παραγωγική φάση της κύκλησης του κεφαλαίου, βγάζει έξω από την τάξη σημαντικά τμήματα της, που είτε απασχολούνται στη σφαίρα της κυκλοφορίας είτε σε «μη παραγωγικές» (από την* άποψη του κεφαλαίου) σφαίρες (κρατικός μηχανισμός).
8. Κ. Μαρξ: Το Κεφάλαιο, Τόμος Β, σελ. 54.
Η επιφανειακή αναφορά στον Μαρξ και η αποδιδόμενη αοριστία ή ασάφεια στη μαρξιστική ανάλυση, προφανώς εξυπηρετεί τις τάσεις στις οποίες μόλις αναφερθήκαμε. Αντίθετα, πιστεύουμε, πως η αναφορά του Μαρξ στο ζήτημα της παραγωγικής και της μη παραγωγικής εργασίας αποτελεί μια εξαντλητική και πολύπλευρη ανάλυση, ακόμη και αν έμεινε ανεκπλήρωτη η πρόθεση του για μια συνθετική εργασία στο ζήτημα αυτό.
Το πρώτο που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, είναι ότι ο Μαρξ αναφερόμενος στο ζήτημα της παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας δεν έχει σαν στόχο να ορίσει τις τάξεις (κάτι τέτιο άλλωστε θα αντέφασκε με όλη την ανάλυση του). Στόχος του είναι να διαλύσει μια σειρά συγχίσεις, να κάνει πολεμική σε κρατούσες αστικές οικονομικές αντιλήψεις και να αποκαλύψει τη βαρβαρότητα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος, έχοντας σαν σκοπό του όχι τις κοινωνικές ανάγκες αλλά το κέρδος, θεωρεί παραγωγική μόνο την εργασία που αξιοποιεί το κεφάλαιο και αντιπαραγωγικές μια σειρά κοινωνικά ωφέλιμες εργασίες, οι οποίες όμως δεν αξιοποιούν το κεφάλαιο. Αποτελεί λοιπόν κατ' αρχήν μεθοδολογικό λάθος η αναζήτηση της ταξικής οριοθέτησης στη βάση της παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας. Κι αυτό το μεθοδολογικό λάθος οδηγεί, όπως θα δούμε, σε παραλογισμούς.
Η παραγωγική εργασία εξετάζεται από το Μαρξ αρχικά αφηρημένα, ανεξάρτητα δηλαδή από τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες αναπτύσσεται.
«Το προτσές εργασίας — γράφει ο Μαρξ — το εξετάσαμε πρώτα αφηρημένα, ανεξάρτητα από τις ιστορικές του μορφές, σαν προτσές ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Εκεί είπαμε: Αν όλο το προτσές εργασίας το εξετάσουμε από την άποψη του αποτελέσματος του τότε κα τα δυο, το μέσο εργασίας και το αντικείμενο εργασίας εμφανίζονται σαν μέσα παραγωγής και η εργασία η ίδια σαν παραγωγική εργασία... Ο ορισμός αυτός: παραγωγική εργασία, που απορρέει από την άποψη του απλού προτσές παραγωγής είναι τελείως ανεπαρκής για το κεφαλαιοκρατικό προτσές παραγωγής»* (υπογ. δική μας).
Αφηρημένα λοιπόν, «από την άποψη του αποτελέσματος» της εργασιακής διαδικασίας», η παραγωγική εργασία αναφέρεται στην παραγωγή υλικών «αξιών». Επειδή όμως αφηρημένο προτσές παραγωγής δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει ποτέ, ο Μαρξ υπογραμμίζει αμέσως την αδυναμία μιας τέτιας γενικής τοποθέτησης να αντιμετωπίσει το συγκεκριμένο ζήτημα του καπιταλιστικού παραγωγικού προτσές.
Μιλώντας λοιπόν συγκεκριμένα για την παραγωγική εργασία, στα πλαίσια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο Μαρξ έχει σαφή άποψη για τη φύση της, αρκετά πριν την ανάλυση του «Κεφαλαίου»:
«Παραγωγική εργασία είναι απλά εκείνη που πα­ράγει κεφάλαιο. [...]
Παραγωγική είναι η εργασία μόνο στο βαθμό που παράγει το αντίθετο της».
Η άποψη αυτή αναπτύσσεται εκτεταμένα στο «Κεφάλαιο», όπου η παραγωγική εργασία καθορίζεται βέβαια όχι μόνο αφηρημένα, όχι στη γενίκευση της σαν διαδικασία, αλλά σαν συγκεκριμένη και ορισμένη διαδικασία στα πλαίσια του καπιταλισμού.
«Η έννοια λοιπόν του παραγωγικού εργάτη -γράφει ο Μαρξ - καθόλου δεν περικλείνει μονάχα μια σχέση ανάμεσα στη δράση και στο ωφέλιμο αποτέλεσμα, ανάμεσα στον εργάτη και στο προϊόν εργασίας, αλλά περικλείνει και μια σχέση παραγωγής ειδικά κοινωνική, που έχει γεννηθεί ιστορικά και βάζει στον εργάτη τη σφραγίδα του άμεσου μέσου αξιοποίησης του κεφαλαίου».,11
Και ας έρθουμε στις διαστρεβλώσεις και τις συγχίσεις, που ξεκινούν από το ζήτημα της παραγωγικής και της μη παραγωγικής εργασίας. Ο αναθεωρητισμός, ταυτίζοντας την εργατική τάξη με όλους τους παραγωγικά εργαζόμενους, όπως τους ορίζει ο Μαρξ, περιλαμβάνει στα πλαίσια της εργατικής τάξης μια σειρά από ομάδες, κυρίως διανοούμενων και μικροαστικών στρωμάτων, ξεκινώντας από τη θεωρητική θέση, ότι σήμερα η επιστήμη είναι άμεσα παραγωγική δύναμη, ενώ η αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική και τη σωματική εργασία αμβλύνεται. Ετσι, η ίδια η αντίληψη του Μαρξ για τις τάξεις, τα χαρακτηριστικά του λενινιστικού ορισμού καιν ειδικά το τρίτο, που αναφέρεται στο ρόλο των τάξεων στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας, πάνε περίπατο. Γιατί κατά τον Μαρξ, παραγωγικά εργαζόμενος είναι και ο μάνατζερ της παραγωγής, αφού με την εργασία του επιτρέπει στο κεφάλαιο να.αυτοαξιοποιείται. Η συγκεκριμένη όμως ιδιότητα του παραγωγικά εργαζόμενου δεν τον εντάσσει στα πλαίσια της εργατικής τάξης, αλλά απέναντι της, στη στρατιά των αξιωματικών του κεφαλαίου.
Η αναφορά στην παραγωγική και τη μη παραγωγική εργασία, τόσο από γενική άποψη όσο και συγκεκριμένα, από την άποψη δηλαδή της αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου, δεν αρκεί για να καθοριστούν τα όρια της εργατικής τάξης. Οσο και αν η γνώση της ουσίας και του περιεχομένου της εργασίας πλησιάζει την αλήθεια, η αναγόρευση εντούτοις της παραγωγικής ή μη εργασίας σε κριτήριο του ταξικού διαχωρισμού οδηγεί στη μονομέρεια και το λάθος. Αυτό ακριβώς αποφεύγει ο Λένιν στον ορισμό των τάξεων, όταν στη θεώρηση του στέκεται μόνο στα ουσιώδη χαρακτηριστικά της ταξικής συγκρότησης και αντίθεσης.
Ας το ξανατονίσουμε λοιπόν: Οταν ο Μαρξ αναλύει συγκεκριμένα τις έννοιες της παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας, δεν έχει σαν στόχο να ορίσει τα όρια των τάξεων, αλλά να αποκαλύψει το περιεχόμενο αυτών των εννοιών στα πλαίσια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που δεν έχει να κάνει με την παραγωγή ή όχι υλικών αξιών, αλλά με την αξιοποίηση του κεφαλαίου. Ετσι, στα πλαίσια του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και από την άποψη της αξιοποίησης του κεφαλαίου, που χαρακτηρίζει αυτόν τον τρόπο παραγωγής, παραγωγικοί είναι εργαζόμενοι, που δεν εργάζονται σε σφαίρες παραγωγής υλικών αξιών (αλλά που με την εργασία τους αξιοποιούν το κεφαλαίο, που τους μισθώνει) και μη παραγωγικοί είναι εργαζόμενα, που παράγουν υλικές αξίες, αλλά έξω από τη σφαίρα αξιοποίησης του κεφαλαίου. Την αντίλη­ψη αυτή του κεφαλαιοκρατικού συστήματος τη βλέ­πουμε να παρουσιάζεται ανάγλυφα στη διαχείριση των λεγόμενων κοινωφελών υπηρεσιών του αστικού κράτους, οι οποίες - παρά την τεράστια κοινωνική ωφελιμότητα τους - είναι για το κεφάλαιο αντιπαραγωγικές. Ετσι, σε συνθήκες κρίσης, όπου αντιμετωπίζονται δυσκολίες στην αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, η αστική τάξη προσπαθεί να συρρικνώσει στο ελάχιστο αυτές τις υπηρεσίες, που σε κάποια άλλη φάση είχε εξαναγκαστεί να δημιουργήσει, στα πλαίσια του αστικού «κράτους πρόνοιας».
9. Κ. Μαρξ: Το Κεφάλαιο, Τόμος Α, σελ. 523.
10.  Κ. Μαρξ: ΘΓυπόπ83β άβΓ ΚπϋΚ άβτ ροΐίίίδοίιβη οκοηοπνβ, Τόμος Β, σελ. 225.
11. Κ. Μαρξ: Το Κεφάλαιο, Τόμος Α, σελ. 524.
 Να πως περιγράφει ο Μαρξ τα φαινόμενα της παραγωγικής και της μη παραγωγικής εργασίας στον καπιταλισμό, δίνοντας άφθονα παραδείγματα, ώστε να μην κινδυνεύει να παρεξηγηθεί η άποψη του:
«Εδώ κατηγορηματικότατα παραγωγικός εργάτης είναι εκείνος, που αναπαράγει για τον κεφαλαιοκράτη όχι μόνο όλη την αξία των μέσων συντήρησης που περιέχοντα στο μισθό, αλλά που του την αναπαράγει μαζί με ένα κέρδος.
Μόνο η εργασία που παράγει κεφάλαιο είναι παραγωγική εργασία. [...] Σ'αυτούς τους παραγωγικούς εργάτες ανήκουν φυσικά όλοι, όσοι συνεργάζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην παραγωγή του εμπορεύματος, από τον καθεαυτό χειρώνακτα εργάτη ως τον μάνατζερ και τον μηχανικό (που διαφέρει από τον κεφαλαιοκράτη)».* (Η υπογράμμιση δική μας).
«Ενας ηθοποιός, λ.χ. ακόμα και ένας παλιάτσος, είναι επομένως ένας παραγωγικός εργάτης, όταν δουλεύει στην υπηρεσία ενός καπιταλιστή (του επι­χειρηματία), στον οποίο επιστρέφει περισσότερη εργασία, από εκείνη που παίρνει απ' αυτόν με τη μορφή του μισθού, ενώ ένας μπαλωματής ράφτης, που πάει στο σπίτι του καταταλιοτή, για να του μπαλώσει τα παντελόνια του τού δημιουργεί μόνο μια αξία χρήσης, είναι ένας μη παραγωγικός εργάτης. Η εργασία του πρώτου ανταλάσσεται με κεφάλαιο, ενώ η εργασία του δεύτερου με εισόδημα. Η πρώτη δημιουργεί μια υπεραξία, με τη δεύτερη καταναλώνεται ένα εισόδημα».*
«Ενας συγγραφέας είναι παραγωγικός εργάτης, όχι γιατί παράγει ιδέες, αλλά γιατί πλουτίζει τον βιβλιοπώλη, που εκδίδει τα συγγράμματα του ή γιατί είναι ο μισθωτός εργάτης ενός καπιταλιστή.
Η αξία χρήσης του εμπορεύματος, στο οποίο ενσαρκώνεται η εργασία ενός παραγωγικού εργάτη, μπορεί να είναι του πιο τιποτένιου είδους. Αυτό το υλικό χαρακτηριστικό της εργασίας δεν συνδέεται καθόλου με αυτή την ιδιότητα του, που μάλλον εκφράζει μόνο μια καθορισμένη κοινωνική σχέση πα­ραγωγής».*
«Η υλική ιδιότητα της εργασίας, επομένως και του προϊόντος της, αυτή καθεαυτή δεν έχει καμιά σχέση με τη διάκριση αυτή ανάμεσα στην παραγωγική κα μη παραγωγική εργασία. Λογουχάρη, οι μάγειροι και τα γκαρσόνια ενός εστιατορίου είναι παραγωγικοί εργάτες, εφόσον η εργασία τους μετατρέπεται σε κεφάλαιο για τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου. Τα ίδια πρόσωπα είναι μη παραγωγικοί εργάτες, όταν είναι υπηρέτες σ' ένα σπίτι, εφόσον δεν δημιουργώ κεφάλαιο από την υπηρεσία τους, αλλά ξοδεύω εισόδημα. Πράγματι, τα ίδια επίσης πρόσωπα είναι για μένα, τον καταναλωτή, μη παραγωγικοί εργάτες στο εστιατόριο».*
Ας μας συγχωρήσει ο αναγνώστης για τα εκτεταμένα αποσπάσματα, όμως τα θεωρήσαμε απαραίτητα, γιατί - πέρα από τις διαστρεβλώσεις των διάφορων αναθεωρητών - υπάρχει μια ευρύτατα διαδεδομένη σύγχιση σχετικά με την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, που τη συσχετίζει όχι με την αξιοποίηση του κεφαλαίου, αλλά με την παραγωγή αξιών χρήσης (υλικών αξιών). Ετσι, με βάση αυτή τη (σκόπιμη ή όχι αδιάφορο) σύγχιση, άλλοι φτάνουν στον παραλογισμό να εντάσσουν στην εργατική τάξη τους μάνατζερ και τα τεχνικά στελέχη της παραγωγής, που ασκούν διευθυντική εργασία, αλλά είναι μισθωτοί, και άλλοι να αποκλείουν από την εργατική τάξη μεγάλα τμήματα της, που από την άποψη της αξιοποίησης του κεφαλαίου είναι μη παραγωγικοί εργάτες, όπως π.χ. οι εργάτες καθαριότητας των δήμων ή οι οικοδόμοι που είναι κρατικοί υπάλληλοι και χτίζουν ένα σχολείο.
Η καπιταλιστική ανάπτυξη και η ανάπτυξη του αστικού κράτους δημιούργησε τέτια τμήματα του προλεταριάτου, που με οποιαδήποτε αναφορά στην παραγωγική ή μη εργασία είναι αδύνατο να τοποθετηθούν σωστά. Ενας τέτιος τομέας είναι αυτός των λεγόμενων «υπηρεσιών» (υγεία, καθαριότητα κλπ.), όπου όταν απουσιάζει το κεφάλαιο (με την έννοια της άμεσης επένδυσης του με σκοπό την αποκόμιση υπεραξίας) αποτελούν υπηρεσίες του κράτους, ενώ οι εργαζόμενοι σ' αυτούς είναι βέβαια τμήμα της εργατικής τάξης, ανεξάρτητα από τη φύση της εργασίας τους, που είναι μη παραγωγική από την άποψη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Είναι φανερό πως αυτά τα τμήματα των εργαζόμενων, σύμφωνα με όλα τα κριτήρια του λενινιστικού ορισμού, αποτελούν τμήμα του προλεταριάτου, ενώ η προσπάθεια της ταξινόμησης τους δεν συναντά απλά αξεπέραστες δυσκολίες, αν υιοθετήσουμε το κριτήριο της φύσης της εργασίας τους, αλλά οδηγεί σε παραλογισμούς, όπως δείξαμε αμέσως παραπάνω.
Η έννοια της τάξης λοιπόν καθορίζεται από τα χαρακτηριστικά στα οποία ήδη αναφερθήκαμε, ανεξάρτητα από τη μορφή της συγκεκριμένης εργασίας που εκτελούν τα διάφορα τμήματα της. Η παραγωγή υπεραξίας ή η παραγωγική και μη παραγωγική εργασία δεν μπορούν να αποτελέσουν κριτήρια ταξινόμησης για το σύνολο της τάξης.

ΜΑΛΕΠ τεύχος 7 Μάης 1993

Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Το αντεπαναστατικό πραξικόπημα στο ΚΚΕ και η δολοφονία του ΝΙΚΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ

 Άραγε είναι μόνο συγκυριακή η εκτενής ενασχόληση του τύπου, εδώ και δυο μήνες περίπου, με τη ζωή, το έργο και το τραγικό τέλος του Νίκου Ζαχαριάδη; Ή μήπως ήταν μια ακόμη επιβεβαίωση του ότι τέτιες προσωπικότητες, που ταυτίστηκαν με την πιο γόνιμη περίοδο ενός λαού, σφραγίζοντας τη σύγχρονη ιστορία του, πάντα θα τις «ξεθάβει» η ιστορική μνήμη;

Κατά τη γνώμη μας η περίπτωση Ζαχαριάδη ήρθε και θα ξαναέρθει πολλές φορές στο μέλλον στο προσκήνιο. Οχι μόνο επειδή υπήρξε μια σπάνια προσωπικότητα, ένας ασυμβίβαστος κομμουνιστής που θυσιάστηκε για τις ιδέες του, αλλά κυρίως επειδή με το θεωρητικό έργο και τη δράση του συνέβαλε αποφασιστικά στο άνδρωμα ενός κομμουνιστικού κόμματος που συνδέθηκε με όλες τις θετικές κατακτήσεις του λαού μας και βρέθηκε δυο φορές πρό των πυλών της εξουσίας.

Η αποτίμηση βέβαια μιας τέτιας προσωπικότητας, όπως ο Ν. Ζαχαριάδης, κατ’ ανάγκη άπτεται της αποτίμησης της σημαντικότερης περιόδου της νεότερης ιστορίας μας. Μια τέτια αποτίμηση δεν γίνεται «εύκολα». Και επειδή ακριβώς θεωρούμε την Οργάνωση μας συνεχιστή του παλιού επαναστατικού ΚΚΕ δεν θα πέσουμε ποτέ στην παγίδα μιας τυχάρπαστης κριτικής. Μιάς κριτικής έξω από τις αρχές της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας έξω από τις ιστορικές συνιστώσες και το κοινωνικό πλαίσιο των γεγονότων της εποχής. Για μας η κριτική εξέταση της ιστορίας δεν έχει σχέση ούτε με τη ρεβιζιονιστική σπέκουλα ούτε με το μικροαστικό μηδενισμό και ισοπέδωση. Οπως πολλές φορές έχουμε τονίσει, με εργαλείο το διαλεχτικό και ιστορικό υλισμό και με βάση τα επίσημα ιστορικά ντοκουμέντα και όχι τις «αναμνήσεις» (αληθινές ή ψεύτικες) ή τις δήθεν έρευνες, η Οργάνωση μας θα μελετήσει και θα τοποθετηθεί λεπτομερειακά πάνω στην ιστορία του ΚΚΕ. Από την πρώτη μέρα της ίδρυσης της η ΣΑΚΕ έχει δώσει μεγάλες μάχες ενάντια στη διαστρέβλωση της ιστορίας, την ύποπτη λαθολογία και τις προβοκατόρικες επινοήσεις.

Η Οργάνωση μας κράτησε και θα κρατήσει πάντα στάση αρχών απέναντι στο επαναστατικό ΚΚΕ και τη δράση του, υπερασπίζοντας με όλες τις δυνάμεις της την πιο πρωτοπόρα, την πιο επαναστατική δύναμη που έχει να παρουσιάσει η ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Αυτό το καθήκον περνά και μέσα από την υπεράσπιση του Ν. Ζαχαριάδη. Ενός αυθεντικού κομμουνιστή ηγέτη, αναμφισβήτητα της μεγαλύτερης φυσιογνωμίας που ανέδειξε το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα και μιας από τις πιο σημαντικές της ένδοξης τριτοδιεθνιστικής περιόδου..
Πάλη πολιτική

Η πρόσφατη φιλολογία γύρω από την εξόντωση του Νίκου Ζαχαριάδη, πέρα απ' όλα τ' άλλα, έρχεται να συσκοτίσει το σημαντικότερο κατά τη γνώμη μας ζήτημα που αναδεικνύει η «υπόθεση Ζαχαριάδη»: τον ταξικό-πολιτικό και όχι προσωπικό της χαρακτήρα. Μας παρουσιάζεται η εικόνα ενός ανθρώπου, ασυμβίβαστου μεν μέχρι θανάτου, ο οποίος όμως δίνει μια προσωπική μάχη απέναντι σε κείνους που τον διώκουν, οι οποίοι και πάλι τον διώκουν απλώς γιατί δεν δέχτηκε το «φάγωμά» του από την «καρέκλα» του ΓΓ του ΚΚΕ, γιατί εξακολουθεί να είναι «πεισματάρης».

Ετσι, στην όλη η υπόθεση, με τη συνεπικουρία των αστυνομικής πλοκής διηγήσεων, δίνεται η εικόνα μιας ανακτορικής ίντριγγας, η οποία (όπως όλες αυτές οι ιστορίες) έχει τους «καλούς», τους «κακούς» και τους «ενδιάμεσους» και όλα τα συναφή. Η «υπόθεση Ζαχαριάδη» αποκόπτεται από το κοινωνικό-ιστορικό της πλαίσιο, από τη γενικότερη πολιτικοϊδεολογική διαμάχη που ξεσπά στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα εκείνη την περίοδο και παρουσιάζεται σαν κάτι αντίστοιχο της διαμάχης «συντηρητικών» και «ανανεωτικών» στην ηγεσία του σημερινού αναθεωρητικού «Κ»ΚΕ, στην οποία μάλιστα χρησιμοποιήθηκε αρκούντως σαν βοηθητικός πολιορκητικός κριός της μιας φράξιας ενάντια στην άλλη.

Ακόμη κι έτσι, όμως, μέσα από μια τέτια «ηθικοπλαστική» οπτική, ο Ζαχαριάδης αναδεικνύεται στον «καλό» της υπόθεσης, μολονότι την αστική τάξη θα βόλευε να βγει σαν ο «κακός». Μέσα από τον ορυμαγδό των δημοσιευμάτων, αναδεικνύεται η εικόνα ενός σύγχρονου «αγίου», που θυσιάζεται για τη «θρησκεία» του. Εστω και σ' αυτό το επίπεδο, η αστική τάξη υπηρεσία προσφέρει στο κομμουνιστικό μας κίνημα. Φτάνει εμείς να πράξουμε το πολιτικό μας χρέος. Να μετατρέψουμε την «ηθική» σε «πολιτική», να βάλλουμε το ηθικό ανάστημα του Ζαχαριάδη, όπως αυτό προβάλλει επιβλητικό μέσα από την αστυνομική παραφιλολογία του αστικού τύπου, πάνω στο πολιτικό βάθρο του κομμουνιστή ηγέτη, το οποίο «γέννησε» και στήριξε αυτή την απαράμιλλη ηθική του ανθρώπου Ζαχαριάδη.

Από αστούς αναλυτές και δημοσιογράφους, βέβαια, οι οποίοι έχουν να παρουσιάσουν λαμπρές επιδόσεις στον τομέα της κάθε είδους σκανδαλολογίας, δεν μπορούσε να περιμένει κανένας τίποτα διαφορετικό. Ομως, η τέτια διάσταση της «υπόθεσης Ζαχαριάδη» έχει παρουσιαστεί και με αξιώσεις πολιτικής ανάλυσης. Στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, τότε που η μεγάλη μάζα των πολιτικών προσφύγων, ιδιαίτερα αυτών από την Τασκένδη, δεν είχε επιστρέψει στην Ελλάδα, η μεγαλύτερη τότε Οργάνωση του λεγόμενου «αντιρεβιζιονιστικού χώρου», η ΟΜΛΕ (πρόκειται για την Οργάνωση από τη διάσπαση της οποίας ξεπήδησαν το «ΚΚΕ(μ-λ» και το «Μ-Λ ΚΚΕ»), παρουσίαζε αυτή την άποψη σαν απόσταγμα μ-λ ανάλυσης. Ετσι ο Ζαχαριάδης παρουσιαζόταν σαν ένας αναθεωρητής του αισχίστου είδους, που έχασε σε έναν φραξιονιστικό αγώνα από τους άλλους αναθεωρητές. Αναπαραγόταν μάλιστα, με καλυμμένο (και γι' αυτό πολύ πιο πρόστυχο) τρόπο, η γνωστή κατηγορία των Βαφειάδη-Παρτσαλίδη, ότι ο Ζαχαριάδης ήταν πράκτορας των Αγγλων[1].

Αυτές οι θεωρίες συντρίφτηκαν, βέβαια, στη συνέχεια (και η Οργάνωση μας διεκδικεί σ' αυτό σημαντικό μερίδιο). Τώρα, όμως, μέσα από μια σειρά αποκαλύψεις που προέρχονται από τον ίδιο τον χώρο των ρεβιζιονιστών, δέχονται τη χαριστική τους βολή. Και θα άξιζε να αναφέρουμε την τωρινή αντίδραση των δυο μαοϊκών ομάδων, που ξεπήδησαν από την ΟΜΛΕ, όπως εκφράστηκε μέσα από τα έντυπα τους. Η ομάδα του «Μ-Λ ΚΚΕ», με τον γνωστό τυχοδιωκτισμό που τη χαρακτηρίζει, δημοσίευσε έναν ύμνο για τον Ν. Ζαχαριάδη[2], χωρίς βέβαια την παραμικρή αυτοκριτική αναφορά στις θέσεις της του παρελθόντος, θεωρώντας προφανώς ότι οι νεότεροι δεν γνωρίζουν την παλιά προβοκατόρικη φιλολογία της τότε ενιαίας ΟΜΛΕ, με προφανή σκοπό το ψάρεμα στα θολά νερά, στο οποίο με ιδιαίτερη επιμονή, αλλά και σταθερά ανεπιτυχώς, επιδίδεται. Η ομάδα του «ΚΚΕ(μ-λ)» προτίμησε απλώς να κατεβάσει λίγο τους τόνους, χωρίς όμως ν' αλλάξει σε τίποτα τις εκτιμήσεις της ΟΜΛΕ. Αναπαράγει λοιπόν ορισμένες από τις κατηγορίες που η κακόφημη «6η Ολομέλεια» του 1956 εξαπόλυσε ενάντια στον Ζαχαριάδη, ενώ δεν παραλείπει να ρίξει λάσπη, γράφοντας ότι ο Ζαχαριάδης «στα βαθειά του γεράματα "ανένιψε" με το γράμμα που κατάγγελνε την Κίνα και το Μάο και τασσόταν στο πλευρό των ρεβιζιονιστών της ΣΕ»[3]. Θα μιλήσουμε παρακάτω αναλυτικά γι' αυτό το «γράμμα του Ζαχαριάδη», όμως δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε εδώ την προστυχιά για την «ανάνηψη», που γίνεται ακόμη πιο αποκρουστική (η προστυχιά) με τα στοιχεία που η αστική δημοσιογραφική έρευνα έφερε στο φως.

Πρέπει, λοιπόν, να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι ο διωγμός και η εξόντωση του Νίκου Ζαχαριάδη δεν οφείλεται σε «μάχη για τις καρέκλες» ή «φραξιονιστικό αγώνα οπορτουνιστών», αλλά είναι ένα κομμάτι της εγκληματικής δράσης του χρουτσιοφικού ρεβιζιονισμού και των πρακτόρων του στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Είναι, δηλαδή, προϊόν πολιτικής πάλης ανάμεσα στον αντεπαναστατικό αναθεωρητισμό και τον επαναστατικό μαρξισμό-λενινισμό. Ακόμη και ο πιο «υποψιασμένος» πολιτικά μέσος αναγνώστης, δύσκολα αναγνωρίζει αυτή τη βασική διάσταση της εξόντωσης του Νίκου Ζαχαριάδη μέσα από την πρόσφατη παραφιλολογία. Ομως, τα ίδια τα ιστορικά ντοκουμέντα αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα γι' αυτό, καθώς πιστοποιούν τη ριζική αλλαγή προγράμματος, στρατηγικής και ταχτικής του ΚΚΕ, η οποία έγινε δυνατή μόνο με την πολιτική (που προηγήθηκε της φυσικής) εξόντωση του Νίκου Ζαχαριάδη.
Το αναθεωρητικό πραξικόπημα

Ακόμα και σήμερα που ο αναθεωρητισμός πλησιάζει στο τέλος του λίγοι γνωρίζουν τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το αριστερό κίνημα της χώρας μας ως εδώ. Δεν θα κουραστούμε λοιπόν να επαναλαμβάνουμε ότι η εμφάνιση του αναθεωρητισμού στο ΚΚΕ δεν υπήρξε μια ομαλή εξελικτική εσωτερική διαδικασία, αλλά αποτέλεσμα πραξικοπήματος και επέμβασης των χρουτσιοφικών ρεβιζιονιστών και ορισμένων οπορτουνιστικών στοιχείων μέσα στο κόμμα.

Ενα μήνα μόλις μετά το περιβόητο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, στη λεγόμενη «6η πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ», το Μάρτη του 1956, καθαιρέθηκε ο Ν. Ζαχαριάδης. Η «Ολομέλεια» αυτή συνιστούσε από κάθε άποψη πραξικόπημα στο ΚΚΕ. Συγκλήθηκε από τη λεγόμενη «διεθνή επιτροπή των αδερφών κομμάτων», με πρόεδρο τον σοβιετικό Ο. Κουούσινεν και εισηγητή τον Ρουμάνο Γκ. Ντεζ.

Ο Ζαχαριάδης δεν παρευρίσκεται σ’ αυτή την Ολομέλεια και είναι άγνωστο τί ακριβώς μεσολάβησε από τη στιγμή που έφυγε εσπευσμένα από την Τασκένδη για τη Μόσχα και μετά. Από τους χώρους των πολιτικών προσφύγων λέγονται πολλά (π.χ. ότι στο 20ό συνέδριο εναντιώθηκε στην αντισταλινική επίθεση, ότι δεν του επέτρεψαν να μιλήσει, κλπ, κλπ), ντοκουμέντα όμως δεν υπάρχουν κι έτσι η ιστορική έρευνα δεν μπορεί να αποφανθεί με ακρίβεια για τα γεγονότα. Σίγουρο πάντως είναι, ότι από τότε αρχίζει ο διωγμός. Ο Ζαχαριάδης, κατά την επίσημη άποψη, εξορίζεται στην αρχή στο Μποροβιτσί του Νόβγκοροντ, μέχρι το 1962, και δολοφονείται στο Σοργκούτ το 1973, ενώ κατά μια άλλη άποψη μεσολάβησε και εξορία του στη Γιακουτία, κοντά στο Βερίγγειο Πορθμό, δίπλα στο Βόρειο Πόλο και στη συνέχεια τον κατέβασαν πιο νότια στο Σοργκούτ.[4]

Οι ρεβιζιονιστές μ' επιμέλεια έθαψαν όλα τα στοιχεία της πάλης ενάντια στον αναθεωρητικό πραξικόπημα, που αναπτύχθηκε στην Τασκένδη, στις φυλακές και τις εξορίες. Δεν έδωσαν ποτέ στη δημοσιότητα το κείμενο της ομιλίας του Ζαχαριάδη στην 7η Ολομέλεια που παρευρέθηκε, για να διαγραφεί και από μέλος του κόμματος. Η μόνη σχετική αναφορά υπάρχει σε βιβλίο του γνωστού βασιβουζούκου της Τασκένδης Πάνου Δημητρίου[5], όπου η παραχάραξη είναι προφανής για κάποιον που έστω και λίγο ξέρει τον Ζαχαριάδη και τον τρόπο σκέψης του. Και φυσικά έθαψαν όλα τα κείμενα και επιστολές του Ζαχαριάδη από την εξορία στη Σιβηρία. Στα επίσημα κομματικά ντοκουμέντα μόνο πολλές και ανώδυνες αναφορές υπάρχουν για την «αδιάκοπη και οξεία πάλη» που χρειάστηκε να γίνει ενάντια στα υπολείμματα και τους «φορείς του ανώμαλου εσωτερικού καθεστώτος ενάντια στο δογματισμό και τον σεχταρισμό» [6].

Ομως η αδυσώπητη ιστορία δεν επεφύλαξε το σπουδαίο βάθρο που ονειρεύονταν για την κακόφημη 6η Ολομέλεια οι πρωταγωνιστές της. Ποιός και πώς θυμάται σήμερα τους «ήρωες» της «ιστορικής στροφής» Παρτσαλίδη, Κολιγιάννη, Γκρόζο κλπ.; Αμ' ο βίος και η πολιτεία του κ. Βαφειάδη που παρευθύς αποκατέστησαν και ο οποίος ευτυχώς ακόμα ζεί για να θυμίζει στους αριστερούς τα χίλια δίκια της διαγραφής του;

Βέβαια, έντεχνα όλες οι μετέπειτα αναθεωρητικές ηγεσίες προσπάθησαν και το κατάφεραν σε μεγάλο βαθμό-βοηθούντων των δύσκολων συνθηκών παρανομίας της εποχής-να περάσουν την άποψη, ότι όσα συνέβηκαν στην 6η Ολομέλεια και μετά ήταν το ξεκαθάρισμα του «Ζαχαριαδισμού» και των προσωπικών διαφορών ορισμένων, ένας οργανωτίστικος φραξιονιστικός αγώνας που δεν είχε σχέση με ιδεολογική και πολιτική πάλη..

Φυσικά δεν είναι έτσι. Ακριβώς όπως η επίθεση ενάντια στο Στάλιν άνοιξε το δρόμο στη καπιταλιστική παλινόρθωση, έτσι και η εξόντωση του Ζαχαριάδη έβαζε τα θεμέλια της ανατροπής της επαναστατικής γραμμής του κόμματος σε καθοριστικά ζητήματα κατά το πρότυπο του 20ου συνεδρίου.
Ρεβιζιονιστική γραμμή

Ποια ήταν λοιπόν τα ζητήματα αυτά; Κατ’ αρχήν ανασύρθηκαν ορισμένα ζητήματα που είχαν ήδη συζητηθεί με επάρκεια στο παρελθόν, προκειμένου να χτυπηθεί ύπουλα και βρώμικα ο Ζαχαριάδης. Για όποιον έχει απλώς φυλλομετρήσει τα επίσημα ντοκουμέντα της περιόδου 45-50 είναι σαφέστατο ότι η αναθεωρητική πλατφόρμα της 6ης Ολομέλειας είναι τα ίδια ακριβώς ζητήματα για τα οποία έγινε ισχυρή ιδεολογικοπολιτική πάλη την προηγούμενη δεκαετία. Το κόμμα με αποκορύφωμα την 3η Συνδιάσκεψη, το 1950, υπέβαλε σε εξαντλητική κριτική όλα τα λάθη. Τα αναγνώρισε σαν λάθη ολόκληρης της ηγεσίας του και επιμέρισε τις ευθύνες συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα.

Πώς έφτασε το κόμμα και ο λαός στην ήττα του 44-45 και τις επαίσχυντες συμφωνίες; Αραγε δεν ήταν: οι Παρτσαλίδης, Σιάντος κλπ., που το 1937 υποβίβασαν το ρόλο των Αγγλων στην Ελλάδα και άμβλυναν τον αγώνα του λαού ενάντια στην αγγλική ιμπεριαλιστική πολιτική; Δεν ήταν ο Σιάντος που με προσωπική του διαταγή στις 17-12-44 επέτρεψε στους Αγγλους να μπουν στην Αθήνα και να μακελέψουν τον ΕΛΑΣ; Δεν ήταν οι Σιάντος και Παρτσαλίδης που υπόγραψαν τη συμφωνία της Βάρκιζας και παραβίασαν τον όρο για γενική πολιτική αμνηστεία που είχε βάλει το Πολιτικό Γραφείο; Δεν ήταν οι Παρτσαλίδης, Σιάντος που με επίσημα κείμενα τους εκείνη την περίοδο αναγνώριζαν την παντοδυναμία των Αγγλων; Ε, όλ' αυτά φορτώθηκαν στον Ζαχαριάδη.

Και κατηγορούν, αυτοί που φάνηκαν τόσο λειψοί στις δύσκολες εκείνες στιγμές, αυτοί που υπέγραψαν τη Βάρκιζα, τον Ζαχαριάδη πως όταν εκείνος επέστρεψε από το Νταχάου δεν κατήγγειλε αμέσως αυτή τη συμφωνία. Οταν είναι ιστορικά διαπιστωμένο, ότι αμέσως ο Ζαχαριάδης έβαλε το ζήτημα της Βάρκιζας και συζήτησε για τον ύποπτο προδοσίας Σιάντο με τους Παρτσαλίδη, Ιωαννίδη, Χατζηβασιλείου. Οταν ένα ακριβώς χρόνο μετά τη Βάρκιζα, στη 12η Ολομέλεια, αλλά και στο 7ο συνέδριο το ΚΚΕ, άρχιζε μια τιτάνια προσπάθεια για το ξεπέρασμα των λαθών και θεμελίωνε μια ξεκάθαρη αντιαγγλική και αντιαμερικανική πολιτική, ενώ συγχρόνως ανασυγκροτούσε το κόμμα για ν’ αντιμετωπίσει με τη λαϊκή αυτοάμυνα το μοναρχοφασιστικό δολοφονικό όργιο. Χάρη σ' αυτή την ξεκαθαρισμένη πλέον γραμμή, τον αγώνα και τις θυσίες του στη μεταβαρκιζιανή περίοδο, το ΚΚΕ καταφέρνει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του απογοητευμένου από τη συνθηκολόγηση λαού, με αποτέλεσμα στα 1946 να μην υπάρχει κανένα συλλογικό ή συνδικαλιστικό όργανο που να μην ελέγχεται από το κόμμα. Και όλη αυτή την εξέλιξη ο Παρτσαλίδης τη θεωρούσε σαν «χειροτέρευση της κατάστασης μετά τον ερχομό του Ζαχαριάδη».

Και ποια θα ήταν η καλλιτέρευση; Μήπως η συνέχιση της υποταγής στους Αγγλους μέχρι να μη μείνει ρουθούνι; Το ότι ο λαός μέσα σε δυο χρόνια ξεπερνά την πρώτη ήττα και αρχίζει ένα δεύτερο αγώνα που δεν ήταν μόνο αγώνας ζωής και θανάτου απέναντι στις δολοφονικές φασιστικές συμμορίες αλλά και αγώνας ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ, αυτό δεν είναι τίποτα; Αλλά και όσο αφορά το λάθος της μη συμμετοχής στις εκλογές του '46 τί έκαμε αυτός ο πρόδρομος του ειρηνικού περάσματος, ο Παρτσαλίδης, όταν σαν ΓΓ του ΕΑΜ απότυχε να περάσει σ' αυτό τη γραμμή του κόμματος, που δεν ήταν αποχή αλλά συμβολική συμμετοχή μ' ένα υποψήφιο σε κάθε νομό; Αλλού, όμως, ήταν η ουσία. Ο Παρτσαλίδης και οι άλλοι οπορτουνιστές, ξαναθυμήθηκαν την αποχή του 1946, όχι για να κριτικάρουν το όποιο ταχτικό λάθος, που άλλωστε το είχε ήδη κριτικάρει το κόμμα και ο Ζαχαριάδης. Γι' αυτούς, η μη συμμετοχή στις εκλογές του 1946 σήμαινε χάσιμο της ευκαιρίας για «ειρηνικό πέρασμα στον σοσιαλισμό» (ναι, αυτό έλεγαν, για την Ελλάδα του 1946, με το δολοφονικό όργιο!), που οδήγησε μετά στον «τυχοδιωκτισμό» του δεύτερου ένοπλου αγώνα.

Αυτά και άλλα πολλά αμαρτήματα των οπορτουνιστών τα έχει καταγράψει η ιστορία και κανένας αναθεωρητισμός δεν θα μπορέσει να τα σβήσει από τα μητρώα της. Αυτή λοιπόν τη γραμμή της ηττοπάθειας απέναντι στον ιμπεριαλισμό και των αυταπατών απέναντι στη μοναρχοφασιστική εξουσία ήρθε να δικαιώσει το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ και η 6η Ολομέλεια του '56.

Ολα όσα καταδικάστηκαν με βούλα και σφραγίδα πάμπολλων κομματικών οργάνων επανήλθαν πραξικοπηματικά στο προσκήνιο.

«Το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ εγκαινίασε νέα εποχή όχι μόνο για το ΚΚΣΕ αλλά και για το παγκόσμιο εργατικό κίνημα...
Η 6η Πλατιά Ολομέλεια που συνήλθε αμέσως μετά το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ διόρθωσε τη λαθεμένη σεχταριστική και αντιφατική πολιτική της καθοδήγησης Ζαχαριάδη... και τον καθαίρεσε.
Εξοπλισμένο με τις ιστορικές αποφάσεις του 20ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ και τις αποφάσεις της 6ης πλατιάς Ολομέλειας το ΚΚΕ καταπιάστηκε με ενθουσιασμό με την εφαρμογή τους».[7]
Ζητήματα λυμένα όπως το «Βορειοηπειρωτικό», όπου ο Ζαχαριάδης είχε κάνει αμείλικτη αυτοκριτική, ξαναήλθαν στην επιφάνεια για να δικαιολογήσουν ένα λυσασμένο αντιζαχαριαδισμό. Αλλα ζητήματα διαστρεβλώθηκαν αισχρά.

Εφτασαν να κατηγορήσουν τον Ζαχαριάδη για το γράμμα του του 1940, ότι τάχα έβαζε ζήτημα άνευ όρων υποστήριξης του Μεταξά! Αποσιωπήθηκαν όχι μόνο οι γνωστοί όροι με τους οποίους ο Ζαχαριάδης συνόδευε το πρώτο γράμμα του, αλλά και το δεύτερο και τρίτο γράμμα του, που ολοκλήρωναν τη γραμμή για τον πόλεμο του '40 (αυτά αναπαράγουν ακόμη και τώρα οι μαοϊκοί). Είναι πράγματι κουραστικό να επαναλαμβάνει κανένας πράγματα χιλιοβεβαιωμένα από την ιστορική έρευνα, όπως ότι ο Ζαχαριάδης έγραψε για άνευ όρων υποστήριξη στον πόλεμο και όχι στον Μεταξά, ότι με αισώπεια (αλλά σαφή) γλώσσα έδωσε την προοπτική της λαϊκοδημοκρατικής επανάστασης, ότι στη συνέχεια χαρακτήρισε καταχτητικό-ιμπεριαλιστικό τον πόλεμο στην Αλβανία, θέτοντας θέμα ειρήνευσης και ανατροπής της δικτατορίας που εξακολουθούσε να παραμένει ο κύριος εχθρός, κλπ. Οι τυφλωμένοι πραξικοπηματίες, όμως, δεν δίσταζαν μπροστά σε τίποτα.

Κακοποιήθηκε βάναυσα η θέση του Ζαχαριάδη για τους «δυο πόλους», που όσο κι αν έχει ασάφειες ήταν βασικά σωστή για την χρονική στιγμή στην οποία αναφερόταν (ο Ζαχαριάδης μιλούσε για την πολιτική που θα έπρεπε να ακολουθηθεί λίγο πριν την απελευθέρωση) και για τα όργανα (ΕΑΜ, ΠΕΕΑ) προς τα οποία προτάθηκε ως πολιτική. Και φυσικά αποκρύφτηκε η σχετική απόφαση της 3ης Συνδιάσκεψης και επανήλθε η γνωστή διαστρεβλωτική παρουσίαση της σχετικής εισήγησης του Ζαχαριάδη στη 12η Ολομέλεια του 1945, από την οποία έκοβαν το πιο ουσιαστικό κομμάτι, προκειμένου να τον βγάλουν... αγγλόδουλο:
«Από τη δική μας πλευρά μια πολιτική μπορούσε να υπάρξει στο ζήτημα αυτό. Κατανόηση της μεσογειακής θέσης της Αγγλίας. Διαπραγμάτευση μαζί της σαν ίσος προς ίσο με αρχή τη διαφύλαξη της τιμής, της αξιοπρέπειας, της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της χώρας, στο εσωτερικό αποκλεισμό κάθε ανάμιξης της Αγγλίας. Αυτού κρίνει και αποφασίζει μόνο ο ελληνικός λαός. Η Ελλάδα απαλλάσσεται απτήν οικονομική εξάρτηση, απτό αγγλικό και κάθε ξένο κεφάλαιο».[8]
Οσον αφορά την παραβίαση της δημοκρατίας από το Ζαχαριάδη, μιλούσαν αυτοί που στη διάρκεια της κατοχής παραβίασαν καταστατικές αρχές και αλλοίωσαν την κοινωνική σύνθεση του κόμματος. Που την περίοδο αυτή το ΠΓ και η ΚΕ λειτούργησαν υποτυπώδικα (ουσιαστικά δεν λειτούργησαν) χωρίς να βγάλουν ένα ντοκουμέντο, μια πολιτική απόφαση, ούτε για τον ΕΛΑΣ και τον αγώνα του, ούτε για το Λίβανο και την Καζέρτα, ούτε για την ΠΕΕΑ και το εθνικό συμβούλιο, ούτε για τα οργανωτικά προβλήματα του ΚΚΕ. Μιλούσαν αυτοί που «δίκαζαν» τον Ζαχαριάδη απόντα, στηριγμένοι στις πλάτες του σοβιετικού κρατικού μηχανισμού, μαζεμένοι σε μια παρασυναγωγή, ανίκανοι να έχουν έστω και δικό τους εισηγητή. Οι κομμουνιστές ήξεραν καλά, ότι όλες οι αποφάσεις επί ηγεσίας Ζαχαριάδη πάρθηκαν από τα ανώτατα όργανα του κόμματος, που συγκλήθηκαν κανονικά, χωρίς την παραμικρή καταστατική παραβίαση.
 Ομως όλα τα παραπάνω ανασύρθηκαν απλώς για να «γαρνίρουν» τις βασικές αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας. Αυτές που αφορούσαν την ανατροπή της επαναστατικής γραμμής του ΚΚΕ, σε ό,τι αφορούσε το πρόγραμμα και τη στρατηγική. Επρεπε να διακηρυχτεί η συνεργασία με την αστική τάξη και η αποκήρυξη του ένοπλου αγώνα.

Ποια ήταν η εκτίμηση της «6ης Πλατιάς Ολομέλειας» για τον αγώνα του ΔΣΕ; Οτι «η έκβαση του ήταν προδικασμένη».[9] Ετσι επί λέξει. Γι' αυτό δεν είναι ν' απορεί κανείς που οι διάδοχοι των κυρίων αυτών «ξέχασαν» και την ύπαρξη αυτού του αγώνα.

Η εκτίμηση του Ζαχαριάδη ότι ο αγώνας '46-'49 ήταν αγώνας ενάντια στη ξενική κατοχή και επέμβαση, αγώνας για την εξουσία, μια λαϊκοδημοκρατική σοσιαλιστική επανάσταση, ήταν απολύτως σωστή. Αλλά και αν ακόμα δεχτούμε την εκτίμησή τους, ότι αυτός ο αγώνας έπρεπε νάχει μόνο αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα, ποιός έδωσε το δικαίωμα στον κ. Φλωράκη ν' αγνοήσει στην ομιλία του στη Βουλή, για την αναγνώριση της εθνικής αντίστασης τους μαχητές του ΔΣΕ; Μόνο μια εξήγηση υπάρχει. Ολοι αυτοί θεωρούσαν και θεωρούν έγκλημα αυτόν τον αγώνα που αμφισβήτησε το καθεστώς της υποτέλειας και έβαλε θέμα εξουσίας. Οσο ήσαν οι Γερμανοί υπήρξε εθνική αντίσταση, μετά όχι.

Ο Ζαχαριάδης, λοιπόν, κατηγορήθηκε πρώτο για τη στρατηγική κατάκτησης της εξουσίας που έθεσε στον δεύτερο ένοπλο αγώνα και για την «παραγνώριση των συμμάχων μας του ΕΑΜ»[10], δηλαδή των γνωστών Σβωλοτσιριμώκων. Κατηγορήθηκε δηλαδή, γιατί χάραξε μια ξεκάθαρη γραμμή εξουσίας, γιατί προσανατόλισε τον ένοπλο αγώνα στη νίκη και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Ξανατονίζουμε, ότι εδώ δεν μπαίνουμε σε αποτίμηση εκείνης της ιστορικής περιόδου, αλλά στεκόμαστε μόνο στα ζητήματα πολιτικής γραμμής, στα οποία αναπτύχθηκε η αντιπαράθεση των οπορτουνιστών απέναντι στον Ν. Ζαχαριάδη.

Κατηγορήθηκε ακόμη ο Ζαχαριάδης για το πρόγραμμα που εισηγήθηκε αργότερα, στην 4η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το 1953, γιατί διακήρυσσε «ότι το αστικοδημοκρατικό στάδιο της επανάστασης έχει ξεπεραστεί» και γιατί «διακήρυττε ουσιαστικά πως δεν υπάρχει θέση κάτω από τον ήλιο στη Λαϊκή Δημοκρατία όχι μόνο για την πατριωτική μερίδα των βιομηχάνων, αλλά ούτε και για τους μικροεπιχειρηματίες και βιοτέχνες... αλλά ούτε και για ορισμένα στρώματα της αγροτιάς».[11]
 Εδώ λοιπόν βρισκόταν η ουσία. Οχι βέβαια στην αγροτιά και τα μεσαία στρώματα, για τα οποία είχε σαφείς διεκδικήσεις το σχέδιο προγράμματος του Ζαχαριάδη, αλλά στην «πατριωτική μερίδα των βιομηχάνων», στην οποία ανατέθηκαν... επαναστατικά καθήκοντα από τους πραξικοπηματίες αναθεωρητές. Γι' αυτό και γίνεται απόλυτα κατανοητή και η επίθεσή τους ενάντια στην «αριστερίστικη σεχταριστική» πολιτική του Ζαχαριάδη απέναντι στα κόμματα του κέντρου, που ήταν «αριστερίστικη», γιατί «απαιτούσε το κύριο χτύπημα να το καταφέρουμε ενάντια σ' αυτούς που έπρεπε να κάνουμε το παν για να συνεργαστούμε μαζύ τους».[12]

Αυτά λοιπόν αποφάσισε η 6η Ολομέλεια, αποδείχνοντας ότι το ζήτημα δεν ήταν να «φαγωθεί» ο Ζαχαριάδης, αλλά να ανατραπεί η επαναστατική γραμμή του κόμματος και να μετατραπεί βαθμιαία σ' ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, με κομμουνιστική επίφαση. Αν ο Ζαχαριάδης δεχόταν να περάσει στο ΚΚΕ αυτή τη γραμμή, τότε δεν θα διώκονταν ούτε θα εξοντώνονταν. Η απλή λογική το αποδεικνύει αυτό. Το κύρος του στην Ελλάδα και διεθνώς δεν μπορούσε να συγκριθεί ούτε με τους χρεοκοπημένους Παρτσαλίδη και Βαφειάδη που τους ανέσυραν από τα σκουπίδια για να τους ξαναβάλλουν στην ηγεσία του ΚΚΕ, ούτε με τους διάφορους Κολιγιάννηδες και Γκρόζους, που το μόνο που ήξεραν ήταν να κάθονται σούζα μπροστά και στον τελευταίο σοβιετικό.
Η ολοκλήρωση του αναθεωρητισμού

Η 6η Ολομέλεια έθεσε λοιπόν τα πρώτα αναθεωρητικά αγκωνάρια. Διακήρυξε την ανάγκη επεξεργασίας νέων προγραμματικών θέσεων που πρέπει να πάρουν υπόψη και να φωτίσουν «τα σπουδαιότατα ζητήματα αρχής της σύγχρονης διεθνούς εξέλιξης που τέθηκαν στο 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ όπως το ζήτημα της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών, της δυνατότητας αποτροπής του πολέμου, το ζήτημα των μορφών περάσματος στο σοσιαλισμό»[13]
Λίγο αργότερα, στην 7η Ολομέλεια (Φλεβάρης 57) η γραμμή ολοκληρώθηκε με την ψήφιση προγραμματικής διακήρυξης, με την οποία στρατηγική του ΚΚΕ έγινε η λεγόμενη «ΕΘΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ».[14] Από άποψη ουσίας, η 7η Ολομέλεια είπε πολύ σπουδαιότερα πράγματα από την 6η. Κυριολεκτικά δημιούργησε μια ολοκληρωμένη αναθεωρητική πλατφόρμα, όπου τα μετέπειτα συνέδρια και ολομέλειες δεν πρόσθεσαν σχεδόν τίποτα, μέχρι τη σύσταση του Συνασπισμού το πρόγραμμα του οποίου ασφαλώς σηματοδότησε την πλήρη ενσωμάτωση των αναθεωρητών στο καπιταλιστικό σύστημα.

Το ΠΑΣΟΚ πάντως ουδόλως δικαιούται να εμφανίζεται σαν ο πατέρας της «αλλαγής». Πριν απ' αυτό την εφεύραν οι σφετεριστές του ΚΚΕ.

Δεν είναι του παρόντος μια ανάλυση αυτού του προγράμματος[15]. Αξίζει μόνο να σημειώσουμε τον φορέα αυτής της «αλλαγής», που θα ήταν «μια πατριωτική κυβέρνηση συνασπισμού εργατών-αγροτών-μεσαίων στρωμάτων των πόλεων, της εθνικής αστικής τάξης και όλων γενικά των άλλων αντιιμπεριαλιστικών δημοκρατικών δυνάμεων, κυβέρνηση όλων των πατριωτικών κομμάτων και οργανώσεων»[16]. Οπως επίσης και την πολιτική απέναντι στους «πατριώτες βιομηχάνους»: «προστασία και ενθάρρυνση κάθε βιομηχανικής επιχείρησης εφόσον αυτή θα συντελεί στην εθνική προσπάθεια υπέρ της εκβιομηχάνισης του τόπου και της ανάπτυξης γενικότερα της παραγωγής». Επίσης «περιοριστικά μέτρα ενάντια στην ασυδοσία των μονοπωλίων».[17]

Από κει και πέρα, δεν εκπλήσσει καθόλου, ότι για το πώς και πόσο γρήγορα θα εφαρμοστεί αυτό το πρόγραμμα «θα αποφασίζει κάθε φορά ο λαός με βάση την ελεύθερη ανταλλαγή και πάλη γνωμών και το σεβασμό της θέλησης της λαϊκής πλειοψηφίας»[18], ούτε η διακήρυξη, ότι «το ΚΚΕ πιστεύει πως η δημοκρατική αλλαγή είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί ειρηνικά χωρίς εμφύλιο πόλεμο και διακηρύχνει πως θα διαθέσει όλες τις δυνάμεις του για να γίνει η δυνατότητα αυτή πραγματικότητα».[19]

Και αφού έφτασαν ως εκεί, όπου ως γνήσιοι απόγονοι του Μιλλεράν, υιοθέτησαν την κυβέρνηση συνασπισμού με την «εθνική» αστική τάξη (τύφλα νάχει η κυβέρνηση Τζανετάκη), αφού αναγνώρισαν τον αστικό κοινοβουλευτικό πλουραλισμό, ε δεν είναι παράξενο που διαλύθηκαν και οι οργανώσεις του κόμματος στην Ελλάδα το 1958.


Ο διωγμός του Νίκου Ζαχαριάδη

Ελπίζουμε, όσο κι αν αυτή ήταν μια σύντομη και υποτυπώδης αναφορά στις θέσεις των αναθεωρητών, ότι έγιναν καθαροί οι λόγοι για τους οποίους η πραξικοπηματική απομάκρυνση του Ν. Ζαχαριάδη δεν ήταν το ξήλωμα ενός μόνο προσώπου, μα κυρίως ξήλωμα του επαναστατικού προγράμματος, της στρατηγικής και ταχτικής του ΚΚΕ. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτής της πάλης πρέπει να δούμε τον διωγμό του Νίκου Ζαχαριάδη, που ακολούθησε, φτάνοντας μέχρι τη δολοφονία του.

Πώς εξελίχτηκε η σύγκρουση ανάμεσα στον Ζαχαριάδη και τους αναθεωρητές πραξικοπηματίες; Το ζήτημα αυτό αξίζει μια διερεύνηση, ιδιαίτερα γιατί λέχτηκαν και γράφτηκαν πάρα πολλά, ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα. Ας ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, τα κύρια σημεία της ιστορικής διαδρομής του Ζαχαριάδη από το 1956 μέχρι το 1973.

Δεν πρόκειται να ασχοληθούμε με όλη αυτή την κάλπικη ιστοριογραφία που κατέκλυσε τις σελίδες του αστικού τύπου από τον Δεκέμβρη του 1990 και συνεχίζεται ακόμη. Το να αναδείξουμε όλες τις αντιφάσεις, τις εξώφθαλμες ιστορικές ανακρίβειες και τις διαστρεβλώσεις, ανθρώπων εντελώς άσχετων με το κομμουνιστικό κίνημα ή ξεσκολισμένων οπορτουνιστών που άρπαξαν τη γραφίδα, δεν είναι καθόλου δύσκολη υπόθεση. Μόνο που θα μας ξεστράτιζε από το θέμα μας και θα μας ανάγκαζε να γεμίσουμε σελίδες επί σελίδων με ζητήματα που τελικά δεν αξίζει να ασχολείται κανένας μαζί τους.

Πρέπει, όμως, να σημειώσουμε κάτι που σαν κόκκινη κλωστή διαπερνάει όλη αυτή την επιφυλλιδογραφία: ο θαυμασμός για την ηγετική προσωπικότητα του Ζαχαριάδη. Αυτός ο θαυμασμός των αστών, που πολύ θα ήθελαν αυτός ο ηγέτης να ήταν της δικής τους τάξης, ξεπηδά ακόμη και μέσα από τα πιο βρώμικα σχόλια, εκείνα που προσπαθούν να ανακαλύψουν την «αντιφατικότητα του χαρακτήρα» του. Στο αστικό στρατόπεδο έχουμε γνωρίσει μόνο χαμερπείς ηγετίσκους, που στέκονταν σούζα μπροστά στον κάθε Αμερικάνο πρεσβευτή, που κοίταζαν μόνο να σώσουν το τομάρι τους. Και τώρα η ανυποψίαστη Ελλάδα ανακαλύπτει έναν ηγέτη που ποτέ δεν έσκυψε τη μέση του, που δεν δέχτηκε να ανταλλάξει τις ιδέες του ούτε με την ίδια του τη ζωή, δείχνοντας έτσι ότι ήταν πραγματικός ηγέτης όλων εκείνων των «επώνυμων» και «ανώνυμων» ηρώων του ΚΚΕ που στάθηκαν παλληκαρίσια μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα.

Ολ' αυτά τα περί «αντιφατικής προσωπικότητας» μοναδικό σκοπό έχουν, με τη δήθεν αντικειμενικότητα τους και με την ηθικολογική-ιδεαλιστική προσέγγιση του ζητήματος, να μειώσουν αυτή την ακτινοβολούσα προσωπικότητα, να διαγράψουν τα βασικά χαρακτηριστικά που, πέρα από τις φυσικές ικανότητες, την ανέδειξαν στη μεγαλύτερη φυσιογνωμία της Ελλάδας του 20ού αιώνα: την επιστημονική μαρξιστική-λενινιστική κατάρτιση και την πίστη στα κομμουνιστικά ιδανικά. Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά είναι που καθόρισαν και τη σύγκρουση του Ζαχαριάδη με τους χρουτσιοφικούς. Ο Ζαχαριάδης δεν είπε ποτέ κουβέντα ενάντια στον Στάλιν,αλλά αντίθετα υπεράσπιζε με πάθος τον σταλινισμό και την Τρίτη Διεθνή, βεβαιώνουν όλοι οι συνομιλητές του, πραγματικοί και υποθετικοί. «Νομίζω, όμως, ότι έβλεπε τον Χρουτσιόφ ως έναν νέο Μπουχάριν, ένα είδος ρεβιζιονιστή»[20], λέει ο γιος του. Αυτή είναι ίσως η καλύτερη απάντηση σε όλους εκείνους που μίλησαν για «μάχη για τις καρέκλες» και «φραξιονιστικό αγώνα».

Ο Ζαχαριάδης δεν δέχτηκε την επέμβαση της «διεθνούς επιτροπής» που έφτιαξε ο Χρουτσιόφ. Γι’ αυτό και φρόντισαν να μην τον αφήσουν να παρευρεθεί στην κακόφημη 6η Ολομέλεια. Μολονότι αυτή η παρασυναγωγή είχε καθαρά πραξικοπηματικό χαρακτήρα και αρκετά επιλεγμένη σύνθεση, δεν ήταν καθόλου σίγουροι, ότι μαριονέτες σαν τον Ντεζ θα μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα μ' έναν από τους μπολσεβίκους τριτοδιεθνιστές ηγέτες.

Στη συνέχεια, μέσα στο 1956, τον εξορίζουν στο Μποροβιτσί του Νόβγκοροντ, απαγορεύοντας του κάθε μετακίνηση σε άλλη πόλη της ΕΣΣΔ. Τον πάνε συνοδεία στην 7η Ολομέλεια, πιστεύοντας ότι εκεί θα γίνει το Βατερλό του. Δεν τον αφήνουν να μιλήσει, όπως παραδέχεται ακόμη κι ο δηλωμένος αντιζαχαριαδικός Λ. Ελευθερίου: «Η έβδομη Ολομέλεια, πάντως, ήταν ένα αλαλούμ ανάξιο τον κόμματος και της ιστορίας του. Μέσα σε ένα κλίμα έντασης και φανατισμού, ο Ζαχαριάδης προσπαθούσε να μιλήσει, διακοπτόμενος συνεχώς από διάφορους πιστούς του Κολιγιάννη, οι οποίοι του θύμιζαν την κατηγορία του Μάρκου Βαφειάδη, "Είσαι προδότης"...»[21]. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε, ότι στα «πραχτικά» που δημοσιεύει ο Π. Δημητρίου, στο γνωστό βιβλίο του που αναφερθήκαμε παραπάνω, τέτιες στιχομυθίες και διακοπές δεν παρουσιάζονται. Παρουσιάζεται ένας Ζαχαριάδης να μιλάει ανενόχλητος, για όσο χρόνο θέλει. Κι αυτή η... «μικρή διαφορά» στην περιγραφή αποκαλύπτει τελικά τη «γνησιότητα» των πρακτικών του Δημητρίου.

Από το Μποροβιτσί ο Ζαχαριάδης συνεχίζει τις προσπάθειες να δραπετεύσει, αφού επίσημα αρνούνται να του δώσουν διαβατήριο για το εξωτερικό. Αποκορύφωμα, η αίτηση του στην ελληνική πρεσβεία της Μόσχας, με την οποία ζητάει να έρθει στην Ελλάδα και να δικαστεί. Πράξη απίστευτης γενναιότητας, αλλά και σπουδαίας πολιτικής σύλληψης. Το δικαστήριο θα ήταν για τον Ζαχαριάδη ο χώρος επανίδρυσης του ΚΚΕ, ενός ΚΚΕ επαναστατικού, χωρίς τα χρουτσιοφικά βαρίδια. Κι αν ακόμη τον εκτελούσαν, η θυσία του δεν θα πήγαινε χαμένη. Θα άφηνε πίσω του ένα έργο τόσο σημαντικό, όσο ήταν εκείνο που επετέλησε, όταν το 1931 αναδείχτηκε, μετά την παρέμβαση της Διεθνούς, σε ΓΓ του κόμματος.
 Οι αναθεωρητές, βέβαια, δεν ήταν κουτοί να τον αφήσουν. Κι αυτό το ήξερε ο Ζαχαριάδης. Υπολόγιζε, όμως, στο ντόρο που μπορεί να σηκωνόταν στην Ελλάδα, γι' αυτό και φρόντισε να διοχετευθεί η επιστολή του στον αστικό τύπο. Ομως η ελληνική αστική τάξη, τον φοβόταν το ίδιο με τους αναθεωρητές. Οι επιτελείς της ήδη είχαν δει τη στροφή στο ΚΚΕ και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και δεν είχαν καμιά διάθεση να φέρουν τον Ζαχαριάδη στην Ελλάδα, ένα καμίνι που έβραζε τότε από τις εργατικές και αγροτικές κινητοποιήσεις. Γι' αυτό αρνήθηκαν. Ποιος ξέρει και τί παρασκήνιο μεσολάβησε ανάμεσα σε Ελληνες και Σοβιετικούς. Το αποτέλεσμα ήταν να δοθεί εντολή εξόντωσης του Ζαχαριάδη, εξαφάνισης του από προσώπου της γης. Η Κουκούλου (μάλλον κατά λάθος) ομολογεί αυτό που όλοι οι κομμουνιστές ήξεραν: «Η τότε καθοδήγηση του Κόμματος πήρε θέση ότι ο Ν. Ζαχαριάδης έκανε μια απαράδεκτη αντικομματική ενέργεια. και εισηγήθηκαν να σταλεί εξορία. Πράγμα που έγινε και στάλθηκε στο Σοργκούτ σε περιορισμο»[22]. Και ο Π. Δημητρίου επιβεβαιώνει: «Με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής τον κόμματος ο Ν. Ζαχαριάδης εστάλη στο Μποροβίτσι. Εκεί, όμως, θεωρήθηκε επικίνδυνος, λόγω των ποικίλων δραστηριοτήτων του και η ηγεσία του κόμματος εισηγήθηκε την εξορία του στο Σοργκούτ»[23].

Πόσο ελεεινή και κατάπτυστη παρουσιάζεται, μετά από αυτές τις ομολογίες, η δήλωση του Μπορίς Πονομαριόφ, δήλωση διεστραμμένου, εγκληματικού εγκεφάλου: «Κατόπιν, η ηγεσία τον ΚΚΕ ζήτησε να τεθεί ένα τέλος σ' αυτή τη διαμάχη. Παραιτήθηκαν και οι δύο: και ο Ζαχαριάδης και ο Μάρκος. Ο Μάρκος πήγε στο Νότο, νομίζω στο Σαράτοφ, και ο Ζαχαριάδης σε μια άλλη πόλη, πριν πάει στο Σοργκούτ, δεν θυμάμαι σε ποια ακριβώς. Και ίσως ζήτησε και ο ίδιος ο Ζαχαριάδης να πάει στο Σοργκούτ, γιατί τότε το Σοργκούτ γινόταν κέντρο της βιομηχανίας πετρελαίου. Η πόλη μεγάλωνε, ο ίδιος ζήτησε να πάει εκεί. Και πήγε. Ισως η διανοητική του κατάσταση δεν ήταν καλή, και συνέβη έτσι αυτό το δυσάρεστο γεγονός»[24].

Αξίζει εδώ ένα σχόλιο όχι μόνο για την «Ηρωδιάδα», όπως την ονόμασαν οι πολιτικοί πρόσφυγες της Τασκένδης, Ρ. Κουκούλου, αλλά και για τον Χ. Φλωράκη, που προσπαθεί να πείσει μέσω των επιρροών του στον αστικό τύπο, ότι ο ίδιος δεν έχει καμιά ευθύνη, γιατί τότε ήταν φυλακή στην Ελλάδα[25]. Ωστε έτσι λοιπόν! Οι ηγεσίες δεν είναι συλλογικές, ούτε η ευθύνη. Και ο Φλωράκης είναι «άμοιρος του αίματος τούτου», γιατί ήταν φυλακή στην Ελλάδα. Και πώς αντιμετώπισε το ζήτημα όταν βγήκε και μάλιστα έγινε ΓΓ, τί έκανε τόσα χρόνια, τί κάνει ακόμη και τώρα που βουίζει ο κόσμος; Αξίζει, όμως και μια αναφορά σ' έναν της «επαναστατικής ανανέωσης».

Δηλώνει ο Ευτύχης Μπιτσάκης: «Πρέπει να σας πω ότι έχω και γω μια μικρή ευθύνη για το θέμα Ζαχαριάδη, μια που ήμουν μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ εκείνη την περίοδο. Η ευθύνη μου έγκειται στο ότι δεν υποψιαζόμουν το τί συνέβαινε και το τί μπορούσε να συμβεί. Γιατί πρέπει να σας πω ότι το Πολιτικό Γραφείο δεν είχε ενημερώσει ούτε καν τα μέλη της ΚΕ-εγώ τουλάχιστον είχα πλήρη άγνοια για το τί συνέβαινε»[26].
Μικρή, λοιπόν, η ευθύνη του κ. Μπιτσάκη, γιατί... δεν ήξερε. Πόση αδιαντροπιά μπορεί να κρύβει ένας αξιοσέβαστος καθηγητής! Οταν και οι πέτρες ακόμη ήξεραν, ότι ο Ζαχαριάδης ήταν εξόριστος στο Σοργκούτ (μέχρι αντικομμουνιστικοί ραδιοσταθμοί το είχαν μεταδώσει) κι ο Μπιτσάκης κάνει τώρα τον έκπληκτο και τον ανήξερο, όπως ακριβώς ο Φλωράκης, ο Ανδρουλάκης και όλοι οι άλλοι. Ποιόν προσπαθεί να κοροϊδέψει ο κ. Μπιτσάκης; Ξέχασε την 11η Ολομέλεια της ΚΕ στις 30 Ιούνη του 1967, που ασχολήθηκε με το ζήτημα της εξορίας του Ζαχαριάδη και των απεργιών πείνας που έκανε; Τόσο ασθενή μνήμη έχει ο κ. καθηγητής; Τελικά, όλοι οι οπορτουνιστές, ο καθένας με το δικό του τρόπο, προσπαθούν να βγάλουν την ουρά τους απέξω, να δείξουν στον ελληνικό λαό καθαρά τα χέρια τους, που όμως είναι λερωμένα από τα αίμα του Ν. Ζαχαριάδη.
Η δολοφονία
Στο Σοργκούτ ο Ζαχαριάδης δεν κάθεται με σταυρωμένα χεριά. Κάνει επανειλημμένες απόπειρες δραπέτευσης και απεργίες πείνας, με αίτημα να του δοθεί ταυτότητα πολιτικού πρόσφυγα και ελευθερία μετακίνησης, με προφανή σκοπό να δραπετεύσει στο εξωτερικό. Οι δεσμώτες του σκληραίνουν. Παρακολουθούν κάθε του κίνηση. Μετά τις δραπετεύσεις (ο Ζαχαριάδης ήταν ιδιοφυΐα στα ζητήματα παρανομίας και είχε πλουσιότατη προσωπική πείρα), εγκαθιδρύουν φυλάκιο έξω από το σπίτι που έμενε και φρουρά, ώστε να μην τους ξεφεύγει από τα μάτια ούτε δευτερόλεπτο[27]. Του απαγορεύουν κάθε αλληλογραφία πολιτικού περιεχομένου, ελέγχουν εξονυχιστικά τα παιδιά του και τους παίρνουν κάθε γράμμα που κουβαλούσαν, όταν έφευγαν από τον τόπο εξορίας του πατέρα τους. Κανένας άλλος δεν μπορεί να πλησιάσει στο Σοργκούτ και προπαντός να συναντηθεί με τον Ζαχαριάδη.[28]

Ταυτόχρονα, συνεχίζουν την ταχτική των εκβιασμών, προσπαθώντας να πετύχουν έναν κάποιο συμβιβασμό. Κλιμάκια της αναθεωρητικής κλίκας πήγαν αρκετές φορές στο Σοργκούτ, προσπαθώντας να πετύχουν κάποια συμφωνία με τον Ζαχαριάδη, ζητώντας του να κάνει δήλωση παραίτησης από κάθε πολιτική δραστηριότητα, ώστε να τον στείλουν κάπου στο Νότο. Συναντούν απέναντι τους βράχο. Ο Ζαχαριάδης δεν δέχεται κανένα όρο και τους πολεμά όπως μπορεί, με τις απεργίες πείνας.

Ετσι φτάνουμε στα 1973. Στην Ελλάδα αρχίζει η «φιλελευθεροποίηση». Ολα δείχνουν ότι βαδίζουμε προς μεταπολίτευση και στους κύκλους των πολιτικών προσφύγων ανάβει και πάλι ο πόθος του επαναπατρισμού. Οι ρεβιζιονιστές έχουν ήδη διασπαστεί και το «ορθόδοξο» κομμάτι έχει φιλοδοξίες, αλλά δεν διαθέτει καμιά ουσιαστική δύναμη μέσα στην Ελλάδα, αφού το κόμμα είχε ήδη διαλυθεί μέσα στην ΕΔΑ και οι οργανώσεις που άρχισαν να στήνουν επί χούντας δεν είχαν καμιά σχέση με τις παλιές παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ. Μπορεί κανένας εύκολα να φανταστεί, τί θα σήμαινε ταυτόχρονη παρουσία στην Ελλάδα, το 1974, της φλωρακικής ηγεσίας και του Νίκου Ζαχαριάδη! Ο κύβος είχε πια ριχτεί: ο Ζαχαριάδης έπρεπε να φύγει από τη ζωή. Η εξορία του στη Σιβηρία δεν ήταν πια αρκετή για να τον κρατήσει στην αφάνεια. Αν άρχιζαν να γυρίζουν οι πολιτικοί πρόσφυγες θα έπρεπε να γυρίσει κι αυτός.

Στις 10 Αυγούστου του 1973 (με δέκα μέρες καθυστέρηση, δηλαδή) ανακοινώνουν, ότι ο Νίκος Ζαχαριάδης «πέθανε από την καρδιά του». Δεκαεφτά χρόνια αργότερα μας δίνουν μια άλλη εκδοχή: «ο Ζαχαριάδης αυτοκτόνησε. Είχε απειλήσει με αυτοκτονία, αν δεν τον άφηναν να φύγει κι έκανε πράξη την απειλή του, μόλις πέρασε η προθεσμία που είχε δώσει». Οι αντιφάσεις στην όλη ιστορία είναι πολύ χοντρές για να γίνει πιστευτή και η δεύτερη εκδοχή.

Ο γιος του δηλώνει, ότι παρέδωσε μια επιστολή στη μητέρα του, ένα δυο μήνες πριν τον θάνατο του Ζαχαριάδη, η οποία τη διάβασε αμέσως και γι' αυτό έστειλαν τον Λουλέ στο Σοργκούτ να τον μεταπείσει[29]. Η Κουκούλου δηλώνει, ότι ο γιος της της έδωσε την επιστολή τη μέρα της κηδείας και τότε έμαθε για την απειλή αυτοκτονίας, προσθέτοντας, ότι «αυτό το βεβαιώνουν και με γράμμα τους τα δυο παιδιά». Ταυτόχρονα, όμως, λέει ότι «στην καθοδήγηση του κόμματος εκείνη την εποχή ήρθε ειδοποίηση από τον Ζαχαριάδη, ότι ήταν πολύ αγανακτισμένος και απειλεί ότι θα αυτοκτονήσει. Αποφάσισε η καθοδήγηση του κόμματος και έστειλε εκπρόσωπο τον Κώστα Λουλέ...»[30]. Ποιος λέει αλήθεια, ο γιος ή η μάνα; Κι αν δεν υπήρξε επιστολή, πώς έφτασε η «ειδοποίηση από το Σοργκούτ στην καθοδήγηση του κόμματος»;
 Και πού είναι αυτή η επιστολή; Γιατί δεν δίνεται στη δημοσιότητα; Στα ΝΕΑ, «έγκυροι κύκλοι του ΚΚΕ» δηλώνουν, ότι η επιστολή βρίσκεται μόνο στα αρχεία του ΚΚΣΕ[31]. Η ΑΥΓΗ απευθύνεται στο Ιστορικό Τμήμα της ΚΕ του «Κ»ΚΕ και από κει της λένε να απευθυνθεί στον «Ριζοσπάστη» που έχει την επιστολή. Ο «Ριζοσπάστης» δηλώνει έκπληκτος και την ξαναστέλνει στο Ιδεολογικό τμήμα![32] Είναι φανερό, ότι αυτή η επιστολή, αν τελικά υπάρχει και είναι γνήσια, καίει και μάλλον αποδείχνει το αντίθετο από την εκδοχή της αυτοκτονίας. Αν απόδειχνε μόνο αυτό, τότε οι αναθεωρητές είχαν κάθε συμφέρον να τη δώσουν στη δημοσιότητα για να κλείσουν την υπόθεση, η οποία έτσι κι αλλιώς συνεχίζεται.

Η σκυτάλη της «αυτοκτονιολογίας» περνάει στον Γ. Μαύρο της «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ», που πάει στο Σοργκούτ και, ω του θαύματος, ανακαλύπτει τον ιατροδικαστή Πλετενιόφ, ο οποίος... ανοίγει σ' αυτόν την καρδιά του. Βλέπετε, 17 χρόνια ο άνθρωπος... περίμενε έναν Ελληνα. Τί λέει ο ιατροδικαστής; Οτι τον πήγε η ΚGΒ σ' ένα ξενοδοχείο, όπου είδε τον Ζαχαριάδη σ' ένα κρεβάτι, με τη θηλιά στο λαιμό. Μολονότι η ετεροχρονισμένη ιατροδικαστική μαρτυρία βρωμάει (αλήθεια, γιατί να μην λέει και τώρα ψέμματα;), ας πούμε πως είναι έτσι. Ποιός μας λέει, όμως, ότι ο Ζαχαριάδης πέρασε μόνος του τη θηλιά στο λαιμό και δεν του την πέρασαν; Κι όμως, ο αναμφισβήτητα ευφυής δημοσιογράφος ούτε που αναρωτιέται γι' αυτή την εκδοχή, μολονότι η πιο στοιχειώδης δεοντολογία του επέβαλε να τη διερευνήσει, αφού δεν έχει την παραμικρή μαρτυρία που να λέει έστω ότι τον βρήκαν κρεμασμένο. Αντίθετα, αρχίζει όλα τα ρεπορτάζ του με την εκδοχή της αυτοκτονίας, θέλοντας να επιβάλλει στον αναγνώστη του την ιδέα, πιστός στη διαφημιστική (για να μη πούμε γκαιμπελική) λογική: η επανάληψη του ίδιου πράγματος, «σφηνώνει» την ιδέα στο μυαλό του «δέκτη».

Ο σκοπός της «αυτοκτονιολογίας» είναι προφανής. Να μειωθεί η επαναστατική προσωπικότητα του Ζαχαριάδη («στο τέλος δεν άντεξε»), να αφαιρεθεί κάθε ουσιαστικό πολιτικό στοιχείο της δράσης του μετά το αναθεωρητικό πραξικόπημα, να παρουσιαστεί σαν ένας σκληροτράχηλος άνθρωπος που έδινε μόνο μια προσωπική μάχη, φτάνοντας κάποτε στην απελπισία και την αυτοκτονία.

Ολα, όμως, δείχνουν, ότι ο Ζαχαριάδης δολοφονήθηκε. Ολη η δράση του έδειχνε, ότι δεν συμβιβαζόταν με τίποτα, αλλά πάλευε με όποιο μέσο είχε στη διάθεση του. Η πολιτική του διορατικότητα (ενημέρωση είχε από το ραδιόφωνο) του επέτρεπε να διακρίνει αυτό που διέκριναν όλοι (και οι διώκτες του): ότι στην Ελλάδα διαγράφεται μεταπολίτευση, οπότε οι συνθήκες θα άλλαζαν και γι' αυτόν. Δεν ήταν αφελής να πιστεύει, ότι η αυτοκτονία του θα μπορούσε να λειτουργήσει έστω σαν πράξη καταγγελίας, αφού ήξερε καλά ότι θα την «έθαβαν». Πώς λοιπόν έφτασε στην αυτοκτονία, χωρίς να φροντίσει καν να δημοσιοποιήσει τις απόψεις του; Ολη του η ιστορία μαρτυρεί ακριβώς για το αντίθετο κι είναι σίγουρο, ότι τον δολοφόνησαν για να εξαφανίσουν κάθε δυνατότητα πολιτικής του δράσης, στις νέες συνθήκες που διαφαινόταν. Ο Ζαχαριάδης δεν ήταν όποιος όποιος. Δεν ήταν μόνο ο ιστορικός ηγέτης του ΚΚΕ, αλλά ένας από τους ιστορικούς ηγέτες της Τρίτης Διεθνούς, ήταν δηλαδή κίνδυνος-θάνατος για τον αναθεωρητισμό.
Προβοκάτσιες
Ο Ζαχαριάδης στην εξορία του δεν περιοριζόταν, βέβαια, μόνο σε απεργίες πείνας. Δούλευε ακούραστα θεωρητικά (αυτό μαρτυρούν και οι κάτοικοι του Σοργκούτ στην έρευνα του Μαύρου). Αλλωστε, ήταν πολυγραφότατος και δεν τον σταμάτησε ούτε η μεταξική φυλακή (εκεί έγραψε τις «Θέσεις για την ιστορία του ΚΚΕ» και τον «Αληθινό Παλαμά»). Τί έγινε όλο αυτό το έργο; Ασφαλώς, το μεγαλύτερο τμήμα του πρέπει να βρίσκεται στα αρχεία της ΚGΒ. Πρέπει, όμως, να πιθανολογήσουμε, ότι ο Ζαχαριάδης κάπου (σε κάποιους) στο Σοργκούτ άφησε γραφτά του. Ισως κάποτε η ιστορία μας τα αποκαλύψει.
 Εδώ οφείλουμε μια μικρή αναφορά στα «γραπτά» του Ζαχαριάδη, που εδώ και χρόνια κυκλοφορούν με μοναδικό σκοπό να δημιουργήσουν σύγχυση και να σκυλεύσουν τη μνήμη του. Και ασφαλώς πρέπει να ξεκινήσουμε από τον Αχ. Παπαϊωάννου και τη γνωστή «Διαθήκη του Ν. Ζαχαριάδη». Ο κύριος αυτός, ενεργώντας σαν κοινός προβοκάτορας, κατασκεύασε έναν Ζαχαριάδη στα μέτρα του ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να εγκλωβίσει σ' αυτό το κόμμα μια μερίδα των επαναπατρισθέντων πολιτικών προσφυγών (πρέπει να σημειωθεί, ότι ο Παπαϊωάννου είναι από τους ελάχιστους Σλαβομακεδόνες που επέτρεψε το ΠΑΣΟΚ να επαναπατρισθούν, για ευνόητους λόγους).

Ο Παπαϊωάννου ποτέ δεν πήγε στο Σοργκούτ κι αυτό αποδεικνύεται από το ίδιο το βιβλίο του. Δηλώνει ότι συνάντησε τον Ζαχαριάδη στο σπίτι του, στον πρώτο όροφο ενός δίπατου κτιρίου στην οδό Παυλώφ 22. Ο Μαύρος απέδειξε, ότι ο Ζαχαριάδης έμενε στο Σοργκούτ διαδοχικά σε τρία σπίτια: Λένιν 29, Κεντρόβαγια 7, Ναγκόρναγια 31. Δημοσίευσε μάλιστα και φωτογραφίες που δείχνουν ότι κανένα δεν είναι δίπατο! Οι συνεντεύξεις του Μαύρου, επίσης, αποκάλυψαν ότι και στα δυο σπίτια υπήρχε απέξω φυλάκιο της Μιλίτσια (ξύλινο στη Ναγκόρναγια, σιδερένιο στην Κεντρόβαγια). Ο Παπαϊωάννου γράφει, ότι ανενόχλητος μπήκε στο σπίτι, χωρίς να τον σταματήσει κανένας, χωρίς να δει κανέναν απέξω! Ας αφήσουμε δε το παραμύθι, ότι η ΚGΒ δεν έψαξε το τακούνι του παπουτσιού και δεν βρήκε τις «σημειώσεις» του. Οποιος έχει διαβάσει αστυνομική φιλολογία θα έχει δει, ότι όλοι οι «ήρωες» της στο τακούνι κρύβουν τις σημειώσεις τους!

Κι αυτά τα ψέμματα να μην υπήρχαν, όμως, το ίδιο το περιεχόμενο της «διαθήκης» αποκαλύπτει τον προβοκατόρικο ρόλο του Παπαϊωάννου. Μια σύγκριση με τις αποφάσεις της 3ης Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ (1950) είναι αποκαλυπτική. Ο Ζαχαριάδης όχι μόνο εμφανίζεται από τον Παπαϊωάννου αντισταλινικός, αλλά εμφανίζεται να έχει αναθεωρήσει και όλες τις απόψεις του. Ακόμη και τη γνωστή θέση για το «βορειοηπειρωτικό» τον βάζει να υπερασπίζεται, σε απάντηση τάχα στη δεξιά που ξεπουλά τα εθνικά συμφέροντα. Αντίθετα, όλες οι άλλες μαρτυρίες (και πρώτα πρώτα των ίδιων των αναθεωρητών) επιβεβαιώνουν, ότι ο Ζαχαριάδης δεν είχε αλλάξει καμιά του άποψη, ιδιαίτερα για τον ΔΣΕ και τη μετεμφυλιακή ταχτική. Ο Παπαϊωάννου αποκαλύπτεται κι από πολλά άλλα. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε, ότι βάζει στο στόμα του Ζαχαριάδη κριτική ενάντια στην ομάδα Ράφτη-Λακαρέα, που τάχα τον έβγαζαν «πράχτορα του Στάλιν». Οταν είναι γνωστό, ότι η ομάδα αυτή ήταν πραγματικά σταλινική και δέχτηκε τα μεγαλύτερα πλήγματα στην Τασκένδη (ψυχιατρεία και φυλακές). Μπορούμε μάλιστα να αναφέρουμε όχι μόνο συνεντεύξεις του αείμνηστου Κ. Κυργιάννη (Λακαρέα) στον «Οχτώβρη», αλλά να καταθέσουμε και τη μαρτυρία συντρόφων μας: τα τελευταία λόγια του Λακαρέα, λίγο πριν ξεψυχήσει σε νοσοκομείο της Αθήνας, ήταν «ζήτω ο Στάλιν»!

Τέλος πρέπει να αναφερθούμε στο «αρχείο Ζαχαριάδη», που άρχισε να δημοσιεύει σαν «αποκλειστικό» η ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Αυτό-γράφουν-διασώθηκε και πρωτοδημοσιεύεται τώρα! Και τα δυο είναι ψέμματα. Ούτε διασώθηκε κάποιο αρχείο στο Σοργκούτ, ούτε πρωτοδημοσιεύεται τώρα. Το μεγαλύτερο κείμενο απ' αυτά που φέρονται σαν κείμενα του Ζαχαριάδη («Προβλήματα κρίσης στο ΚΚΕ») κυκλοφόρησε σε όλη την Ανατολική Ευρώπη τον Σεπτέμβρη του 1963 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Ελλάδα το 1976.[33] Και από τα άλλα, αρκετά έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα του λεγόμενου «αντιρεβιζιονιστικού χώρου». Ολόκληρο το «αρχείο» το έχει και η Οργάνωση μας.
 Ποια είναι η αλήθεια γι' αυτά τα κείμενα; Κανένα δεν μπορεί να αποδοθεί με σιγουριά στον Νίκο Ζαχαριάδη (το ότι εμφανίζονται χειρόγραφα δεν λέει τίποτα, αν σκεφτούμε τις ικανότητες της ΚGΒ και γενικά των μυστικών υπηρεσιών σ' αυτό). Ορισμένα απ' αυτά θα μπορούσαν να είναι κείμενα του Ζαχαριάδη (π.χ. τα «Προβλήματα κρίσης»). Σίγουρα, όμως, κι αν είναι έτσι, έχουν υποστεί προσθαφαιρέσεις από την ΚGΒ, που τα είχε στα χέρια της. Τα περισσότερα, όμως, ειδικά οι περίφημες «επιστολές προς Τασκένδη», «φωνάζουν» ότι δεν έχουν καμιά σχέση με Ζαχαριάδη. Ακόμη και το ύφος, ο τρόπος ανάπτυξης της σκέψης, για όποιον έχει μελετήσει το έργο του Ζαχαριάδη, αποκαλύπτει κακότεχνη μίμηση.

Ολ' αυτά τα κείμενα έφταναν στην Τασκένδη μέσω του Π. Τουλούδη (ο ίδιος τα δίνει και τώρα στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ) και καταγγέλθηκαν από άλλες ομάδες προσφύγων δημόσια σαν πλαστά, σαν κατασκευασμένα από την ΚGΒ. Ολα δε έχουν ένα σκοπό: να δείξουν ότι μόνο η ομάδα του Τουλούδη εξέφραζε τη «γραμμή Ζαχαριάδη». Και όλα έρχονταν όταν στην ΚΟ Τασκένδης (των Ζαχαριαδικών) προκύπταν προβλήματα και διασπάσεις. Η γραμμή Τουλούδη ήταν η εξής: στο ΚΚΕ υπάρχει μόνο κομματικό-οργανωτικό και όχι ιδεολογικό πρόβλημα. Αρα, δεν βάζουμε ζήτημα δημιουργίας νέου κόμματος, αλλά διατηρούμε ξεχωριστές οργανώσεις μόνο στην Τασκένδη (γιατί εμείς είμαστε νόμιμοι), μέχρις ότου ξεκαθαριστεί το οργανωτικό πρόβλημα.

Μόλις λοιπόν συζητιούνταν ζήτημα δημιουργίας νέου κομμουνιστικού κόμματος, έφτανε μια «επιστολή Ζαχαριάδη», που έλεγε τα ίδια με τον Τουλούδη (αλήθεια, ο Ζαχαριάδης μόνο για την Τασκένδη έδινε γραμμή, το υπόλοιπο ΚΚΕ δεν τον ενδιέφερε;). Μόλις έβγαιναν μαοϊκοί στην Τασκένδη και υποστήριζαν, ότι υπάρχει παλινόρθωση του καπιταλισμού, έφτανε νέα «επιστολή» που χαρακτήριζε τον Μάο σαν τον μεγαλύτερο εχθρό του κομμουνισμού μετά τον Τρότσκι. Και βέβαια, δεν υπήρχε κουβέντα ενάντια στον Χρουτσιόφ και ειδικά ενάντια στους Μπρέζνιεφ-Αντρόποφ, τους οποίους είχε περί πολλού η ομάδα Τουλούδη. Εμείς δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά ποιοί και πώς έπαιζαν το παιχνίδι με την ΚGΒ ή αν και οι ίδιοι έπεσαν θύματα. Το σίγουρο, όμως, είναι (και σ' αυτό βοήθησε και η πρόσφατη «ζαχαριαδολογία», με τα στοιχεία των συνθηκών κράτησης του Ζαχαριάδη, που έφερε στο φως), ότι όλ' αυτά τα γράμματα κατασκευάστηκαν προκειμένου να σπείρουν σύγχυση στην Τασκένδη και να διασπάσουν την οργάνωση των προσφύγων, πράγμα που σε μεγάλο βαθμό κατάφεραν.
Επίλογος
 Το άρθρο αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί σαν μια τελική τοποθέτηση γύρω από την ιστορία του Νίκου Ζαχαριάδη, που είναι αξεχώριστη από την ιστορία του ΚΚΕ και της Ελλάδας του 20ού αιώνα, θελήσαμε περισότερο να δώσουμε μια σύντομη απάντηση στην αστική και αναθεωρητική «ζαχαριαδολογία» των ημερών.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης και μέσα από τον τάφο του εκδικείται, πλήττει τον αναθεωρητισμό. Χρέος δικό μας δεν είναι μόνο να τιμούμε τη μνήμη του μπολσεβίκου ηγέτη, αλλά να στεκόμαστε πιστοί στη διδασκαλία του, να ακολουθούμε το παράδειγμα του, να συνεχίσουμε το έργο του.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1]  Βλέπε τη μπροσούρα «Θέσεις της ΟΜΛΕ για τα 56 χρόνια από την ίδρυση του ΚΚΕ».

[2]  «Λαϊκός Δρόμος», 12.1.1991

[3]  «Προλεταριακή Σημαία», 12.1.1991.

[4]  Βλέπε π.χ., Αχ. Παπαϊωάννου: Η διαθήκη του Νίκου Ζαχαριάδη, ΓΛΑΡΟΣ 1986, σελ. 90.

[5]  Π. Δημητρίου: Η διάσπαση του ΚΚΕ, τόμ. Α, σελ. 82-109, ΘΕΜΕΛΙΟ, 1978.

[6]  Θέσεις για τα σαραντάχρονα του ΚΚΕ (Ψηφίστηκαν στην 9η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, Αύγουστος 1958), «40 χρόνια του ΚΚΕ», σελ. 719, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ, Νοέμβρης 1958.

[7]  Γράμμα της ΚΕ του ΚΚΕ προς όλα τα μέλη του Κόμματος, μετά την 6η Ολομέλεια. 40 ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ, σελ. 642.

[8]  Ν. Ζαχαριάδη: Δέκα χρόνια πάλης, σελ. 72, ΠΟΡΕΙΑ 1978.

[9]  40 ΧΡΌΝΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ, σελ. 646

[10]  Στο ίδιο.

[11]  Στο ίδιο, σελ. 647-648

[12]  Στο ίδιο, σελ. 647

[13]  Στο ίδιο, σελ. 651

[14]  Στο ίδιο, σελ. 669-691

[15]  Ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στη μπροσούρα της ΚΕ της ΣΑΚΕ: «Η ΩΡΙΜΑΝΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΣΜΟΥ»

[16]  40 ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ, σελ. 686

[17]  Στο ίδιο, σελ. 683

[18]  Στο ίδιο, σελ. 687

[19]  Στο ίδιο, σελ. 689

[20]  ΤΑ ΝΕΑ, 10-12-1990

[21]  ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ, 19-12-1990

[22]  ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 11-12-1990

[23]  ΑΥΓΗ, 16-12-1990

[24]  ΤΑ ΝΕΑ, 11-12-1990

[25]  Γράφει ο Γ. Μαύρος: «Ακόμη κι αν ήθελε ο Χ. Φλωράκης, όπου βρισκόταν φυλακισμένος στην Ελλάδα όλα τα χρόνια της ανώμαλης εσωτερικής κατάστασης του ΚΚΕ, δεν είχε εμπλακεί σε αντιδικίες, να πει την αλήθεια, κινδύνευε να αντιμετωπίσει την αντίδραση των σοβιετικών, οι οποίοι θα έδιναν στη δημοσιότητα το πιστοποιητικό θανάτου» (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 5-2-1991).

[26]  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ, 16-12-1990

[27]  Η έρευνα του Γ. Μαύρου (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 3 μέχρι 10 Φλεβάρη 1991) έφερε στο φως αδιάψευστα στοιχεία και μαρτυρίες για τον ασφυκτικό κλοιό γύρω από τον Ζαχαριάδη.

[28]  Ελληνες πολιτικοί πρόσφυγες που δοκίμασαν να φτάσουν στο Σοργκούτ πιάστηκαν από την αστυνομία.

[29]  ΤΑ ΝΕΑ, 7-12-1990

[30]  ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 11-12-1990

[31]  ΤΑ ΝΕΑ, 21-12-1990

[32]  Η ΑΥΓΗ, 16-12-1990

[33]  Περιοδικό  «ΚΟΚΚΙΝΟ ΑΣΤΕΡΙ»,  Ιούλης  1976


ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ - ΛΕΝΙΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ, 3/ΓΕΝΑΡΗΣ 1991